“Ένα αληθινό παραµύθι” από έναν Πατρινό μουσικό – μαέστρο!

Λέγομαι Αποστολίδης Σπύρος, γεννήθηκα στην Πάτρα το 1934. Το σπίτι μου ήταν Γεροκωστοπούλου αρ. 58, στις σκάλες του Γιωγκαράκη, δίπλα από το εργοστάσιο ζαχαροποιίας «ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΗΛΙΑΔΗ».

Εκεί μεγάλωσα, σε αυτή την γειτονιά. Η γειτονιά είχε πολλά μαγαζιά, το ποτοποιείο του «ΣΤΑΘΑΤΟΥ», του «ΒΑΝΤΑΝΑ», του Μίκη του Αποστολόπουλου και άλλες βιοτεχνίες. Στο Μαρκάτο είχε και πολλά χάνια, γιατί γινόταν κάθε μέρα η λαϊκή αγορά.

Ο πατέρας μου ήταν υποδηματοποιός και είχε εργοστάσιο μεγάλο, είχε εκατό πενήντα ανθρώπους. Το εργοστάσιο ήταν Παπαφλέσσα και Υψηλάντου. Το παλιό εργοστάσιο καπνού, του Μιχαλόπουλου. Είχαμε πρατήριο πιο κάτω από το σπίτι μου. Είμαστε στην ενορία της Παντάνασσας. Έχω τέσσερα αδέρφια, δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Δημοτικό πήγα στου ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ, στη Φιλοποίμενος.

Μετά κηρύχτηκε ο πόλεμος και ήρθαμε στο Ρίο, εδώ που μένω τώρα. Το είχαμε από το 1922 σαν προσφυγικό, μας έδωσαν τότε, το κράτος, είκοσι στρέμματα.

Οι γονείς μου κατάγονταν από τον Πόντο. Με τις Τουρκικές φασαρίες, έφυγαν και πήγαν στην Ρωσία και το ’22 ήρθαν εδώ σαν πρόσφυγες. Είχαν μείνει εκεί δέκα χρόνια. Ήρθαν πέντε αδέρφια, όλα αγόρια που ήξεραν την τέχνη των τσαγκάρηδων και άνοιξαν εδώ την βιοτεχνία. Πιάνει ο πόλεμος και ήρθαμε στο Ρίο, όπου ήταν στο κάστρο ναυτική βάση.

Είχανε κάτι πολυβολεία εκεί, οπότε βομβαρδίσανε κι εδώ στο Ρίο. Φύγαμε και πήγαμε στα Σελλά. Ξαναγυρίζουμε στην Πάτρα, υπό Γερμανική κατοχή.

Συνεχίζω σχολείο στο πρώτο Γυμνάσιο. Όταν τελείωσα το σχολείο, δεν είχα ασχοληθεί με την μουσική, μόνο λίγο ακορντεόν ερασιτεχνικά. Πήγα στην αεροπορία, μικρός ήμουνα, δεκαεπτά χρονών.

Έμεινα κάπου τέσσερα χρόνια και εκεί μαζί με άλλους, λίγο κιθάρα, λίγο χαβάγια, άλλος τραγουδούσε, παίζαμε. Μεταξύ των τραγουδιστών ήταν ο Γιάννης Βογιατζής. Το 1952 είμαστε στην Λάρισα. Έμεινα τρία χρόνια εκεί, στην αεροπορία.

Εκεί λοιπόν, γνώρισα τον Γιάννη Βογιατζή, Αθηναίος αυτός από το Παγκράτι, μου λέει: «Θα πάμε στην Αθήνα να παίξουμε μουσική», γιατί ήταν θρασύς. Τελικά μου λέει: «Βρήκα μαγαζί», του λέω: «Που;», μου λέει: «Στην Τρούμπα!».

Στην αεροπορία μας είχανε απαγορεύσει να παίζουμε. Στην Τρούμπα όλα τα κακοποιά στοιχεία ήταν εκεί. Σωματέμποροι, πουτάνες και δεν συμμαζεύεται. Μπατίρηδες είμαστε, τελικά πάμε. Δεν βγήκε ούτε η πρώτη νύχτα.

Ήταν σκοτεινά, που δεν έβλεπες τον διπλανό σου. Με γυναίκες και ναυτικούς. Παίζαμε ελληνικά και κάποια ξένα. Ο Βογιατζής τραγουδούσε. Ήταν καλός από τότε, τελικά, κράτησε μια εικοσαετία στο τραγούδι. Του λέω: «Θα πάω Πάτρα». Έφυγα με το πρωινό τρένο.

.Εδώ στην Πάτρα, όμως, δεν ήξερα μουσικούς. Τυχαία γνωρίζω τον Γιώργο Λέκκα, που έπαιζε κιθάρα ερασιτεχνικά. Μου λέει: «Έχω ένα μαγαζί, πάμε να παίξουμε;», του λέω: «Να βρούμε και κάνα άλλον μουσικό». Βρίσκει έναν τζαζμπανίστα που τον έλεγαν Μιχάλη Πασματζή και έναν τραγουδιστή, τον Σπύρο Αθανασίου.

Αυτός πήγε στην Αμερική και έμεινε εκεί. Μου λέει: «Σαββατοκύριακα στην “ΓΡΑΝΑΔΑ”», στου «Σεφεριάδη», στα σφαγεία. Αυτό μετά έγινε μπουζουκάδικο, στην εποχή μας ήταν κοσμική ταβέρνα. Παίζαμε ταγκό, βαλς, τέτοια τον χειμώνα, μέσα. Τις καθημερινές, είχε μπακάλικο και με μια κουρτίνα γινότανε μαγαζί μεγάλο, έπαιρνε τριακόσια άτομα. Λαϊκός κόσμος. Όταν φτιανότανε η «Πατραϊκή», εγώ είχα φύγει. Δουλέψαμε το 1955, τον χειμώνα, ο πρώτος χειμώνας που δούλεψα στην Πάτρα ως μουσικός, ημιμαθής. Μετά μελετούσαμε και φτιάξαμε ορχηστρούλα με ονοματάκι.

Μετά πήγαμε στου Κότση στα Μποζαΐτικα. Εκεί υπήρχαν δυο μαγαζιά πάνω στον δρόμο, του Κότση η «ΣΕΛΗΝΗ» και δίπλα του «ΚΑΡΜΙΡΗ». Εκεί μαζευότανε μεσαία τάξη και δουλεύαμε Σαββατοκύριακο. Κάναμε σιγά σιγά καλό όνομα σαν μουσικοί, καλός ο Λέκκας, καλός ο Αποστολίδης και μας αρπάζει ο Παπαγιαννάκης στο «ΤΖΑΚΙ».

Ήταν περίπου στα 1957 και στο Τζάκι, τότε, πήγαινε η άρχουσα τάξη. Αρχικά, ήταν ταβέρνα των ψαράδων. Ψαρεύανε τα καΐκια, πηγαίνανε τα ψάρια και πίνανε το κρασί τους εκεί. Συμβαίνανε πράγματα, όσα θα μπορούσαν να συμβούν μέσα στην νύχτα, κάποιο παράξενο με μεθυσμένους, αστεία και τέτοια.

Τσακωμοί δεν υπήρχαν, δεν το γνώριζαν γενικώς στα κέντρα της Πάτρας, κάθε άλλο. Όποιος έβγαινε για διασκέδαση φόραγε το βραδινό κοστούμι, οι γυναίκες επίσης το ίδιο, δεν είναι όπως είναι τώρα, με μπλουτζίν, σαγιονάρες απάνου στο πάλκο. Εμείς οι μουσικοί είχαμε γκαρνταρόμπα. Μέχρι σμόκιν.

Τύχαινε καμιά φορά να παίξουμε σε σπίτι κάποιου πλούσιου, φορούσαμε εκεί τα σμόκιν. Στο κέντρο είχαμε πολλές στολές, κοστούμια, πολλά κοστούμια. Όχι όλες οι ορχήστρες, οι νοικοκυρεμένες, οι μερακλήδες, ας πούμε.

Είχε έρθει μια φορά ο Παπαστράτος, έκανε μια γιορτή, τα «ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΕΙΑ» και μας κλείνει, γύρω στο 1968. Είχε φέρει καλλιτεχνικά συγκροτήματα, από όλο τον κόσμο. Μας κλείνει για ένα μήνα, «Πόσα θέλετε;», «Τόσα!», μυθικό ποσό του ζητήσαμε και πάμε για ένα μήνα στο Αγρίνιο. Ήταν Μάιος, είχε έρθει και ο Παπαδόπουλος τότε, ο δικτάτορας, και μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Πήγαμε ένα μήνα και θησαυρίσαμε.

Τα γλέντια των πλουσίων ήταν μοναδικά. Μεταξύ τους κοιτάγανε ποιος θα σπάσει τα περισσότερα και ποιος θα κάνει την μεγαλύτερη ζημιά στο μαγαζί, δηλαδή στο καλαμπαλίκι, μέχρι φωτιά στις κουρτίνες, για να γελάνε. Τα σπασίματα από αυτούς είχαν αρχίσει.

Τα πιάτα ήταν πορσελάνη, αξίας ας πούμε. Έσπαγες ένα πιάτο το πλήρωνες, δεν ήταν τα μετέπειτα που τα φτιάχνανε βιοτεχνίες από γύψο! Παράγγελνες πενήντα πιάτα και τα έσπαγες. Είχαμε καταστρέψει τα όργανά μας και τα πνευμόνια μας από την σκόνη! Μετά την δικτατορία, είχε ξευτιλιστεί το σπάσιμο και κάπου εκεί απαγορεύτηκε.

Στο «ΤΖΑΚΙ» έπαιξα μέχρι το 1961, μετά έφτιαξα δική μου ορχήστρα και πήγαμε στο «LIDO». Εκεί ήταν ο Λέκκας κιθάρα, ο Νίκος Στόλλας ντραμς, ο γέρος που τον λέγαμε τότε.

Ο Σπύρος Αποστολάτος ή «Πιπάκιας» κορνέτα και ο Μίμης Αργυρόπουλος σαξόφωνο. Τότε έγινε ένα περιστατικό στην Πάτρα. Ο «Πιπάκιας» πέθανε από καρδιά, ήταν Πάσχα και δεν βγήκαν εφημερίδες να γράψουν τις κηδείες, οπότε στόμα με στόμα κυκλοφόρησε ότι ο πέθανε ο Σπύρος ο Αποστολίδης, δηλαδή εγώ! Την άλλη μέρα βγαίνει η Πελοπόννησος και γράφει στο διαφημιστικό: «Ορχήστρα – Σπύρου Αποστολίδη». Τι να γίνει; Γέμισε το μαγαζί! Η παρεξήγηση έγινε γιατί μοιάζανε τα ονόματα μας και παίζαμε και μαζί. Το «LIDO» το είχε ο Αντρέας Παπαδόπουλος. Εκεί έπαιξα πολλά χρόνια. Πριν το «LIDO», δούλευε με άλλες ορχήστρες.

Με Ελευθεριώτη και άλλους, αλλά Σαββατοκύριακο. Όταν πήγαμε εμείς, το στρώσαμε το μαγαζί κάθε μέρα.

Η «ΠΑΡΙΖΙΑΝΑ» υπήρχε, δούλευε κάθε μέρα, χειμώνα – καλοκαίρι, δεν σταμάταγε ποτέ, και την μεγάλη βδομάδα έπαιζε, και πήγαινε καλός κόσμος.

Στο «LIDO» έμεινα μέχρι το 1970. Περάσανε πολλοί τραγουδιστές, μέχρι ο Βογιατζής. Ένας Γιάννης Μάνος, τραγουδιστής, που τραγουδούσε αποκλειστικά σε ηχογραφήσεις του Χατζιδάκι. Καλοί τραγουδιστές και διάσημες τραγουδίστριες, η Τζένη Βάνου και άλλες. Πατρινός τραγουδιστής που συνεργάστηκα ήταν ο Γιάννης Πουλής. Στο «VILLY’S PARK», επί Βουρβούλια, είχαν περάσει πολλοί τραγουδιστές. Μια φορά πριν το 1965, καρναβάλι, είχε φέρει τον Ιταλό, τον Ντομένικο Μοντούνιο, στο μαγαζί για μια εμφάνιση.

Περιμέναμε για πρόβα και μπαίνει ένας άνθρωπος μέσα στο μαγαζί. Λέμε εμείς: «Αυτός θα συγκινήσει κόσμο; Με την φάτσα που έχει;». Πολύ τσαλακωμένος! Κάθεται σε ένα τραπέζι κει πέρα. Οι Βουρβουλέοι ξέρανε καλά τις γλώσσες, ο γιος του, Λάκης, πέθανε νέος.

Λέει ο Μοντούνιο: «Φέρε μια Santa Elena», Πατρινό κρασί, τη βάζει κάτω, σε νεροπότηρο έπινε, την αδειάζει στο άρπα κόλα. Τον κοιτάμε εμείς, τον κοιτάζει ο Βουρβούλιας και τράβαγε τα μαλλιά του. Παραγγέλνει άλλη! Τελικά, ήπιε τρεις! Ο Βουρβούλιας ήταν στο γραφείο του και χτύπαγε το κεφάλι του: «Τι θα γίνει με αυτόν τον άνθρωπο; Πως θα τραγουδήσει;».

Εμείς του κάναμε πρόβα, αλλά τα σουξέ, τα Ιταλικά, τα ξέραμε όλοι οι μουσικοί. Έρχεται η ώρα να κάνει την εμφάνιση του, αλλά πριν βγει, ενώ είχε πάρει προκαταβολή, λέει στον Βουρβούλια «Παγκάρε», δηλαδή τα λεφτά. Ήθελε όλα τα λεφτά! Ο Βουρβούλιας δεν είχε εισπράξει για να έχει τα λεφτά και του λέει ο Μοντούνιο, δεν βγαίνω να τραγουδήσω.

Τι να κάνει, πάει σε κάποιους πελάτες να ζητήσει δανεικά. Πάει στον Κακούρη που είχε την παγοποιεία, τα ψυγεία και σε κάτι άλλους και του τα δίνει. Μόλις τα πήρε, άρχιζε και τα μοίραζε τα λεφτά, χίλια στο ένα γκαρσόνι, χίλια στο άλλο, βάζει τα άλλα μέσα στο σακάκι του και ανεβαίνει. Και τι να δεις; Έκανε το μαγαζί φύλλα-φτερά. Λέει ο Βουρβούλιας, τόσο κέφι πρώτη φορά είδα, αλλά και πρώτη φορά βγήκα ψεύτης. Χαλάλι του! Στο «EMBASSY» είμαστε η ίδια ορχήστρα, συν τον Τόλη Γεωργίου στο τραγούδι.

Το είχε ανοίξει κάποια Αγγλική εταιρεία, με πρόεδρο μια Εγγλέζα η οποία λεγότανε Κάλαχος στο επώνυμο. Είχε βάλει έναν διευθυντή, Εγγλέζο. Ένα πολυτελέστατο μαγαζί, τα κουτάλια του ήταν χρυσά, μεγάλη βαρύτητα, ο Πατρινός το φοβότανε, ούτε απ’ έξω δεν μπορούσε να περάσει.

Μουσική έμαθε, όπως είπε και στο βιβλίο του, στο αναμορφωτήριο, που είχε κάνει για αλητεία. Σπούδαζε στο Ελληνικό ωδείο. Έφευγε από τον Κορυδαλλό, την φυλακή και σπούδαζε. Με την τούμπα (μουσικό όργανο, πνευστό, μεγάλο) στο λεωφορείο και τον κοίταζαν όλοι. Όμως ήταν ταλέντο.

Τότε, στην μουσική του Δήμου, ήταν ο Παπαγιαννάκης, ο Λάτσης, κορνέτα, τον έλεγαν Αθανασόπουλο, ο Μάγκος κλαρίνο, αυτοί, αλλά δεν ήταν κάποιος σπουδαίος σολίστας.

Ο Ζουγανέλης ερχόταν μερικές φορές στον Βίκτωρα, στο Ωδείο. Δεν βρεθήκαμε. Άσε που μετά, γύρισε όλα τα μέρη του κόσμου με συναυλίες, μέχρι που κάποια στιγμή πέθανε, νέος. Το καλοκαίρι του ’61 πήγα στο Ισραήλ, σε Ελληνικό μαγαζί.

Έκανε πολύ ζέστη, δεν με σήκωνε το κλίμα. Πέρασα πολύ ωραία, αλλά θυμόμουνα την Πάτρα και έφυγα στους δυο μήνες. Η ορχήστρα ήταν Έλληνες, Τούρκοι και Ισραηλίτες. Παίζαμε Ελληνικά τραγούδια.

Μια μέρα στο δρόμο, βρήκα ένα Πατρινό, τον πήραν φαντάρο εκεί, και μόλις βγήκε έπεσε πάνω μου! Πήγαμε σπίτι και του έδωσα μια κούτα τσιγάρα «Καρέλια».

Αν ήμουν διαφορετικός, θα είχα βγάλει λεφτά, γιατί άλλοι έβγαλαν πολλά λεφτά κι εγώ ήμουν ακριβοπληρωμένος μουσικός. Οι Στολλαίοι, ο Παπαγιαννάκης κ.ά. κάνανε οικονομία, οικονομία. Εγώ τα σκορπούσα τα λεφτά, τρία ταξί με περίμεναν κάθε βράδυ! Μοίραζα πενηντάφραγκα, αλλά ευχαριστημένος είμαι, πέρασα καλά.

Ο Αποστολίδης, να ξέρετε, ανέβασε τα μεροκάματα. Τα λεφτά τα μοιράζαμε στα ίσια στην ορχήστρα.

Στην εποχή μου, αυτοί που ήταν οι μαέστροι κι έκλειναν τις δουλειές ήταν ο Σκαναβής, ο Παπαγιαννάκης, ο Βαφειάδης.

Νεότερος ήταν ο Σπύρος ο Παπαβασιλείου, αλλά έπαιζε ερασιτεχνικά Σαββατοκύριακα. Μετά πήγε φαντάρος στην αεροπορία κι έμεινε στην Αθήνα. Εμείς παίζαμε στο «LIDO» πολλά χρόνια και υπήρχε μια άμιλλα με την «ΠΑΡΙΖΙΑΝΑ», που ήταν κοντά, όπου μια φορά αλλάξαμε και πήγαμε εμείς στην «ΠΑΡΙΖΙΑΝΑ» και ο Κούφης στο «LIDO». Ο Κούφης ήταν ένας από τους καλύτερους μουσικούς της Πάτρας.

Πηγή :  yapi.gr (απότ ο βιβλίο του συγγραφέα Μπονέλης Διονύσης βιβλίο “Ένα αληθινό παραµύθι- Οι μουσικοί της νύχτας της Πάτρας” )

 

You might also like
Comments
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More