Ο Πατρινός ρεμπέτης !!!

Ο Μπάμπης Γκολές, γεννήθηκε το 1947 στην περιοχή Ταμπάχανα (στην Παλιά Γούβα, όπως την έλεγαν) και αποτελούσε, για πολλά χρόνια, τη γέφυρα μεταξύ του παλιού κλασικού ρεμπέτικου και του νεορεμπέτικου.

Το 1964, στο καφενείο του Ταραμπούρα στο Ψαροφάι Πατρών, έκανε το πρώτο επαγγελματικό του ξεκίνημα.

Βέβαια, αρκετά χρόνια νωρίτερα, πριν ακόμα συμπληρώσει τα δέκα του, ξεκίνησε να παίζει κιθάρα, ούτι και μπουζούκι.

Αυτοδίδακτος, έμαθε μουσική μέσα από τους δίσκους 78 στροφών, ενώ είχε την ευκαιρία στα πατρινά πανηγύρια να ακούσει από κοντά ονόματα όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Πόλυ Πάνου και άλλοι.

Τα καλύτερά του χρόνια στην Πάτρα τα πέρασε και έχουν να θυμούνται όσοι τον είδαν τότε, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Επαιζε στα μαγαζιά της πόλης.

«Βίωναν», διαβάζω, «μια ανεπανάληπτη μύηση στο αυθεντικό ρεμπέτικο που αυτός αναβίωνε με την τέχνη και τη μουσική του. Μια τέχνη που σπούδασε παίζοντας πολλές φορές δίπλα σε μεγάλους μάστορες του ρεμπέτικου».

Το πρώτο του άλμπουμ το έβγαλε στην ΕΜΙ το 1982, το «Τσάρκα στα παλιά», με συνθέσεις Μπάτη, Τούντα, Μπαγιαντέρα και δικές του διασκευές -εδώ λέει ανεπανάληπτα την «Αμαρτωλή». Κυκλοφόρησε περισσότερους από 25 δίσκους και ηχογράφησε περίπου 300 παλιά και νέα τραγούδια. Ηθελε στις διασκευές του να παραμένει πιστός στις αρχικές εκτελέσεις.

Δικαίως θεωρούνταν ο λαϊκός φιλόσοφος του ρεμπέτικου -ήταν αυτός που έφερε στο φως πολλά παλιά ξεχασμένα τραγούδια.

Ανακάλυπτε ρεμπέτικα, αρχοντορεμπέτικα, καντάδες και δημοτικά, τραγούδια σπάνια και προς εξαφάνιση.

Τα ερμήνευε καταπληκτικά στα κέντρα όπου εμφανιζόταν, τα ηχογραφούσε και τα έκανε πάλι γνωστά.

Οι γνώστες του ρεμπέτικου πιστεύουν πως ήταν ο γνησιότερος συνεχιστής της λαϊκής αστικής μουσικής μας παράδοσης.

Μερικά από τα τραγούδια που είπε: «Στρίβε λόγια», «Τα ζηλιάρικά σου μάτια», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Μάγισσες φέρτε βότανα», «Δεν ξανακάνω φυλακή» και άλλα.

Εφυγε με το παράπονο πως δεν του έφτιαξαν «Το σπίτι του ρεμπέτη» στην Πλάκα.

Το πατρικό του ήταν ερείπιο πια, ο ίδιος δεν μπορούσε να το επισκευάσει και από τον δήμο δεν βρήκε κάποια βοήθεια.

Αλλά οι ρεμπέτες, μωρέ, έχουν μεγάλη καρδιά, δεν τους επηρεάζουν τόσο πολύ όλα αυτά. Ο ίδιος το έλεγε…

Πηγή : www.efsyn.gr-Δημήτρης Κανελλόπουλος

Πάτρα 1975

του ΑΝΔΡΕΑ ΓΚΙΖΙΩΤΗ (καθηγητής Μαθηματικών, Δημοτικός Σύμβουλος Αγίας Παρασκευής Αττικής και ερασιτέχνης «μύστης» του μπαγλαμά.)

Μεταπολίτευση, πολιτικοποίηση, λαϊκό και φοιτητικό κίνημα. Οι φοιτητές της Πάτρας, είτε ντόπιοι είτε επί το πλείστον εξ Αθηνών «μετανάστες» έψαχναν το αυθεντικό της πόλης, σε μια προσπάθεια για το αυθεντικό της ζωή. Στα ταβερνάκια της παλιάς πόλης το ρεμπέτικο ανθίζει. Σε ένα – δυό χρόνια συναντάς πάνω από 30 ρεμπέτικες ορχήστρες. Ο Μπάμπης Γκολές δίνει το ρυθμό.

Πάτρα 1978, ο Μπάμπης παίζει με τον Τζέντο.

 

Ο Λευτεράκης ψάχνει ρεμπέτικους δίσκους 78 στροφών, τραγούδια που δεν έχουν ακουστεί. «Γυφτοπούλα στο χαμάμ…», το πηγαίνει κατευθείαν στον Μπάμπη, το βράδυ ακούγεται στου Τζίμη. Σε λίγες μέρες το ακούει και το χορεύει όλη η Πάτρα. Στη Ελλάδα έγινε γνωστό από την εκτέλεση… της Γλυκερίας. Στου Τζίμη του κουρέα στα Ψηλαλώνια μοναδικά ακούσματα και στο διάλειμα παράσταση καραγκιόζη.

Στης χήρας της κυρά Γιωργίας το ταβερνάκι, ένα κιθαρίνι ή ένα τζουραδάκι γίνονταν ορχήστρα. Ο Αλέξης ο Σκούρος έβγαινε κλεφτά και τόστριβε. Τόχε κρυμμένο στο φράχτη… Παίζαμε ένα βράδυ, μπήκε ο μάγκας ο καφετζής πούχε το μαγαζί του πλάι στον Παντοκράτορα, ακούει την πενιά και σαλτάρει πάνω σε ένα τραπέζι και το χορεύει. Φεύγουν οι δυό παράταιροι που καθόντουσαν εκεί. Μετά μάθαμε πως ήταν ασφαλίτες. Ο Μπάμπης παίζει «Τούτοι οι μπάτσοι πούρθαν τώρα»!

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ μας πήρε από την χήρα ο Πατσάς, μας πήγε πιο πάνω απέναντι από το κάστρο, ξυπνήσαμε τον φίλο του το Γιώργη και την κυρά του και παίξαμε καθισμένοι γύρω από το τραπέζι της φτωχικής κουζίνας. Είχε καρκίνο και λίγη ακόμα ζωή… «γλυκοβραδιάζει κι’ο ντουνιάς αμέριμνος γλεντάει την ώρα που ο χάροντας την πόρτα μου χτυπάει»…

Στο μπερντέ του καραγκιοζοπαίχτη Γιάνναρου, παράσταση με ούζο και μεζέ και μετά η κατηφόρα της οδού Γερμανού. Κάθε δέκα μέτρα και κέρασμα. «Καλώς τα παιδιά. –Γεια σου Μπάμπη, -Γεια σου Γιάνναρε». Στρίβανε μετά. Όχι Αντρέα, στου Σινούρη δεν είναι για σένα… Στα Γύφτικα πίσω από την πλατεία της Ομόνοιας το Κολωνάκι, το Μικρό Παρίσι, σε γύριζε πίσω 50 ακόμη χρόνια. Εκεί σεβόσουνα τους κανόνες και απολάμβανες το απόλυτα πρωτότυπο… Εκεί δεν παίζαμε. Μόνο ακούγαμε το γραμμόφωνο, συζητούσαμε χαμηλόφωνα, απολαμβάναμε το σκηνικό.

 

Ο Μπάμπης Γκολές με τον Γιώργο Ζορμπά.

Στου  Πάνου από το Λατζόι το ταβερνάκι πέρασε ένα βράδυ ο Μπάμπης και το «επιβεβαίωσε» για μια φορά ακόμη. Έκατσε για λίγο, δεν παράγγειλε γιατί δεν πεινούσε, τάφαγε σχοδόν όλα και προφανώς δεν πλήρωσε. Φύγαμε ένα ανοιξιάτικο βράδυ από της χήρας. Πήραμε κρασιά, καθήσαμε στην ψαρόσκαλα και συνεχίσαμε τις πενιές. Ο Πανέας απέναντι στον λιμενοβραχίονα ψάρευε και μας άκουγε. Φώναξε την παραγγελιά του: «Ώπα μάγκα».

Πρώτη εμφάνιση του Μπάμπη στην Αθήνα στο Λυκαβητό. Πίνουμε μπύρες στην καντίνα, ο Κοντογιάννης τελειώνει το πρόγραμμά του, ο Μπάμπης αναγγέλεται. Τον κοιτάω. Ένα κουμπί από το τσιτωμένο πουκάμισο λείπει, ένας λεκές φιγουράρει, φοράει τα παντός καιρού πέδιλα με κάλτσες, φτύνει στις χούφτες και σενιάρει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο Μπάμπης, που ζήσαμε εμείς, πριν τον γνωρίσει το πανελλήνιο… Τούτες οι σκέψεις ξεχείλισαν από την ψυχή, μόλις άκουσα ότι πέρασε στην αιωνιότητα!

Πηγή : http://www.mousapolytropos.gr

You might also like
Comments
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More