«Ο χαμένος παράδεισος της Πάτρας των αστών»

Δεν είναι ως πεζογράφοι η Αθηνά Κακούρη και η Αμαλία Μεγαπάνου οι συγγραφείς που εξομολογούνται δημόσια, μεταπλασμένα έστω, τα πάθη και τις περιπέτειές τους. Αντίθετα, όλο τους το έργο αποπνέει τη σοβαρότητα του εγχειρήματος που ο δημιουργός του ξέρει την αγεφύρωτη, συχνά, απόσταση ανάμεσα στην ειλικρίνεια και στην αλήθεια του δημιουργού ως προσώπου και στην ειλικρίνεια και στην αλήθεια των ηρώων του.
Γεννημένες και οι δύο στην Πάτρα, η πρώτη το 1928, η δεύτερη το 1929, μεγαλώνουν σε μιαν ατμόσφαιρα – μόνιμα η Κακούρη, κατά διαστήματα, έως το 1937, η Μεγαπάνου – με κυρίαρχο στοιχείο τη «μελαχρινή άνασσα», όπως ονόμαζε ο Μιχαήλ Μητσάκης τη σταφίδα, ένα προϊόν που, όπως σημειώνει η Κακούρη, «για μια διακοσαριά χρόνια αποτελούσε πηγή γενναίων και σταθερών εισοδημάτων για ορισμένες περιοχές και για έναν ορισμένο αριθμό ανθρώπων και του οποίου η ζήτηση αυξανόταν προοδευτικά με τις ανάλογες ευεργετικές επιπτώσεις». Ενώ η Μεγαπάνου έχει βάλει την προσωπική της πινελιά λέγοντας πως «ο πατριός της κατασκεύαζε τη δεκαετία του ’30 τα κιβώτια όπου συσκευάζονταν η σταφίδα».
Αν το μυθιστόρημα της Αθηνάς Κακούρη «Πριμαρόλια» θα το χαρακτήριζε κανείς ως τον «εθνικό ύμνο» της πελοποννησιακής πρωτεύουσας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, το αφήγημα «Το παιδί της μάνας μου» της Αμαλίας Μεγαπάνου θα το έλεγε ένα ρέκβιεμ για την παιδική ηλικία κάθε ανθρώπου γνωστού ή άγνωστου, φτωχού ή πλούσιου.

 

ΠΡΙΜΑΡΟΛΙΑ / ΚΑΚΟΥΡΗ ΑΘΗΝΑΗ Μεγάλη Προσφορά του Φιλελεύθερου: Αμαλία Μεγαπάνου - «Το παιδί της μάνας  μου» | Liberal.gr

 

Το απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ο μόλος» που περιλαμβάνεται στο ομώνυμο βιβλίο της Μεγαπάνου και η προσωπική μαρτυρία της Κακούρη, που δημοσιεύεται γραμμένη για τους αναγνώστες των «ΝΕΩΝ», με τον τίτλο «Ο χαμένος παράδεισος της Πάτρας των αστών» επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
«Τα πρωινά του καλοκαιριού, τις λίγες τελικά φορές που κατέβηκα στην Πάτρα για τις παύσεις του σχολείου πριν από τον πόλεμο, μ’ έστελναν για μπάνιο στις Ιτιές.
Εκεί η θάλασσα ήταν πολύ καθαρή. Εκεί όσοι ήταν ακόμα φρέσκοι από κοκίτη σκαρφάλωναν σ’ ένα καΐκι που τους αρμένιζε μισή ώρα στ’ ανοιχτά για να τους χτυπήσει δυνατά η αύρα της θάλασσας και να καθαρίσουν τα πλεμόνια τους. Πέρασα κι από αυτή τη δοκιμασία.
Εκεί κάναμε βουτιές. Εκεί χτίζαμε πύργους, εκεί κάναμε γαργάρες με θαλασσινό νερό, αλλά δεν μάθαμε ποτέ κολύμπι.
Στις δώδεκα, πίσω στο σπίτι. Τρώγαμε όλοι μαζί και μετά μ’ έβαζαν να κοιμηθώ. Αυτό ήταν μεγάλο μαρτύριο, γιατί ποτέ δεν νύσταξα εκείνα τα χρόνια, μονάχα μούσκευα στον ιδρώτα και πολεμούσα να ξεκρεμάσω έναν μπρούντζινο βενετσιάνικο καθρέφτη με τα πόδια. Δεν τα κατάφερα ποτέ.
Κοντά στις πέντε, αφού πλενόμουν και χτενιζόμουν, μου έδεναν τον μεγάλο ταφταδένιο φιόγκο στα μαλλιά και πριν γείρει ο ήλιος μ’ έστελναν περίπατο με τον Χρήστο, τη Νία και τη δασκάλα. Αν είχαμε αργήσει, ο Χρήστος και η Νία – αδέρφια, φίλοι και γείτονές μου – μας περίμεναν στη γωνία. Αν όχι, κατέβαιναν σαν σίφουνες τα ξύλινα σκαλιά του σπιτιού τους μόλις βροντούσα το χάλκινο χτυπητήρι της εξώπορτας. Κι έπειτα ξεκινούσαμε για τα Ψηλαλώνια ή τον μόλο.
Στα Ψηλαλώνια ήταν καλά, αλλά μονάχα για παιχνίδι. Το νταραβέρι γινόταν στον μόλο. Αν μας πήγαιναν μάλιστα στο καφενείο στην άκρη του μόλου και κάτω από τον φάρο, διαλέγαμε τραπέζι κοντά στην εξέδρα με το πιάνο.
Παραγγέλναμε αμέσως παγωτό βανίλια με βύσσινο και μια μερίδα βύσσινο στα τρία, για να γλυκαθούμε παραπάνω. Τον πρώτο καιρό είχε γίνει μια μικροπαρεξήγηση για το μοίρασμα των βύσσινων, αλλά κατόπι μας έμαθε ο καφετζής και μας έφερνε χατιρικά τη μερίδα μ’ έξι βύσσινα: δύο για τον καθένα. Κι όλο το γούστο ήταν να δούμε ποιανού θα πέσει, μετά το “Α μπε μπα μπλομ”, το γλείψιμο του κουταλιού με το σιρόπι. Θαρρώ πως ο Χρήστος κι εγώ ξεγελούσαμε τη Νία που ήταν πιο μικρή.
Επειδή γουστάραμε την κίνηση στον μόλο, φεύγαμε για λίγο πριν αρχίσει το μουσικό πρόγραμμα, αφήνοντας τη δασκάλα να φυλάει το τραπέζι. Τα λυχνανάμματα μας έβρισκαν τις περισσότερες φορές στην προβλήτα να επιθεωρούμε τ’ αραγμένα καράβια και τις βάρκες που πηγαινόφερναν τους άλλους Ευρωπαίους από τα τρία ξακουστά ιταλικά υπερωκεάνια: το “Βουλκάνια”, το “Σατούρνια” και το “Αντρέα Ντόρια”.
Υπήρχαν καΐκια που αρμένιζαν δίπλα δίπλα, σημαδούρες και βαρκάρηδες που πήγαιναν με τα κουπιά όποιον ήθελε μέχρι τον λευκό κι ακλόνητο κυματοθραύστη – ήμουν πολύ περήφανη για τον κυματοθραύστη. Υπήρχαν ψαρόβαρκες και πυροφάνια. Ανεμότρατες και παραγαδιάρικα. Υπήρχαν και άλλα παιδιά που έπαιζαν, νέοι που σερνοδιάβαιναν, κοπέλες που χασκογελούσαν. Μανάδες γνωστές – όλες με ψάθινα καπέλα – που αργοπερπατούσαν και κατέληγαν στο καφενείο του μόλου για τη μουσική. Νταντάδες, ψαράδες, χωροφύλακες, ναύτες και τελωνειακοί. Κι εμείς οι τρεις στη μέση κρυβόμαστε, γελούσαμε, πηδούσαμε τα σχοινιά και τα παλαμάρια, χαιρετούσαμε τους μεγάλους, μετρούσαμε τα σκαντήλια – όπως μας είχαν πει πως έλεγαν τα φανάρια της σκάλας των καϊκιών – και τα λέγαμε σκαμπίλια. Οταν όμως βλέπαμε να προβάλλει ο βιολιστής της ορχήστρας με τη μαδημένη θήκη του, κυνηγιόμαστε ποιος θα φτάσει πρώτος στο τραπέζι να πάρει θέση.
Το πρόγραμμα δεν θ’ αργούσε ν’ αρχίσει. Το σύνθημα δινόταν από τον πιανίστα που άφηνε ν’ ακουστεί μια μόνη νότα και κοιτούσε με σημασία τους δύο άλλους της ορχήστρας. Τότε ο βιολιστής έσερνε μια δοξαριά κι ο ακορντεονίστας πατούσε μερικά πλήκτρα τεντώνοντας και ξανακλείνοντας το ακορντεόν με βιάση. Μετά από αυτήν την εισαγωγή, σήκωνε ο πιανίστας το δείχτη του αριστερού του χεριού. Σιωπή. Τους κοίταζε φευγαλέα και σαν αστραπή άφηνε τα χέρια του να πέσουν πάνω στ’ ασπρόμαυρα κόκαλα του πιάνου.
Ετσι άρχιζε το πρόγραμμα κάθε φορά.
Την τελευταία μου χρονιά στον μόλο – το καλοκαίρι πριν από τον πόλεμο – ξεκινούσε το μουσικό πρόγραμμα με τον σκοπό του τραγουδιού: “Ολοι μαζί στη Νορμανδία”. Επειτα κάτι άλλο και μετά έφτανε η μεγάλη στιγμή που θα παρουσιαζόταν η βεντέτα του τραγουδιού. Οσα καλοκαίρια θυμάμαι, πάντα η ίδια ήταν και την έλεγαν Ζανίνα. Μονάχα που για πολλά χρόνια δεν μπορούσα να ξεδιαλύνω τη διαφορά μεταξύ της βεντέτας του τραγουδιού και της βεντέτας της Σικελίας. Για ευκολία είχα αποφασίσει ότι τα μίση της Σικελίας τα προκαλούσαν οι τραγουδίστριες ελαφράς μουσικής.
Τη δική μας τραγουδίστρια τη χειροκροτούσαμε, ο Χρήστος, η Νία κι εγώ, με όλη μας την καρδιά και προσπαθούσαμε να προβλέψουμε τη σειρά των τραγουδιών της. Ο καθένας μας είχε το δικό του τραγούδι. Εγώ προτιμούσα “Τα χρυσάνθεμα που μου ‘στειλες” και μόλις έπεφτε η τελευταία νότα, ζητωκραυγάζαμε οι τρεις μας και χαλούσαμε τον κόσμο, τόσο που είπε κάποτε μια άγνωστη χοντρή κυρία:
– Παιδιά της θα ‘ναι για να κάνουν έτσι.
Τώρα τέλειωσε για όλους μας η παράσταση στο καφενείο του μόλου κάτω από τον φάρο. Δεν υπάρχει ο μόλος. Τον έχουν γκρεμίσει.”

 

Πηγή:  https://www.tanea.gr

You might also like

Leave A Reply

Your email address will not be published.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More