Μία Μάνα με ανασφάλειες (μανασφάλειες)!

Η Όλγα Ρομανώφ, από τότε ακόμη που οι τέσσερις γιοι της, ο Ανατόλι, ο Αντρέι, ο Όλεγκ και ο Νικολάι, ήταν ακόμη παιδιά, συνήθιζε να τυλίγει τον καθέναν τους με ένα χοντρό στρώμα όποτε έβγαιναν από το σπίτι, προκειμένου να είναι σίγουρη ότι δεν θα κινδύνευαν να χτυπήσουν σε περίπτωση που θα έπεφταν ενώ βάδιζαν ή ενώ έτρεχαν παίζοντας με τα άλλα παιδιά.

Μεγαλώνοντας τα τέσσερα αγόρια –υποτασσόμενα στην επιθυμία της μητέρας τους και έχοντας ενστερνιστεί την άποψή της ότι με αυτόν τον τρόπο προφυλάσσονταν από πολλές κακοτοπιές– έμαθαν να ζουν με τα στρώματα διαρκώς τυλιγμένα γύρω από τα σώματα τους και κυκλοφορούσαν με αυτά όπου και αν πήγαιναν, όπως, για παράδειγμα, στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν έναν αγώνα, στον κινηματογράφο, σε ραντεβού με κάποια κοπέλα, στη δουλειά, στις διακοπές ή στην ουρά κάποιας δημόσιας υπηρεσίας.

Εξαιτίας αυτής της πρακτικής τα τέσσερα αδέλφια έπρεπε να υπομένουν καθημερινά την κοροϊδία, αρχικά των συμμαθητών και των φίλων τους, και αργότερα των συζύγων αλλά και των συναδέλφων τους στη δουλειά, οι οποίοι τους αποκαλούσαν «Αδερφούς Στρωμανώφ».

Παρ’ όλα αυτά τα πειράγματα και τα γέλια των άλλων δεν τους ενοχλούσαν, όπως δεν τους ενοχλούσε το πλήθος των πρακτικών δυσκολιών που τους προκαλούσαν τα μονίμως τυλιγμένα γύρω από τα σώματά τους στρώματα, ακόμη και αν έπρεπε να στριμωχτούν με αυτά σε ένα γεμάτο με κόσμο βαγόνι του μετρό, στη στενή καρέκλα μιας κινηματογραφικής αίθουσας ή σε ένα ασανσέρ με ανθρώπους που δεν τους γνώριζαν και τους κοιτούσαν παράξενα.

Όχι. Αυτά τα είχαν όλα συνηθίσει.

Το μόνο πράγμα που ο Ανατόλι, ο Αντρέι, ο Όλεγκ και ο Νικολάι δεν κατάφεραν ποτέ να συνηθίσουν, ήταν το γεγονός ότι η μητέρα τους –ακόμη και όταν ήταν πια ολόκληροι άνδρες– επέμενε να τους βγάζει κάθε Κυριακή πρωί έναν-έναν στο μπαλκόνι και να τινάζει τα στρώματα τους χτυπώντας τα με μανία με μια ξεσκονίστρα από μπαμπού, ενώ εκείνοι εξακολουθούσαν να τα φορούν και να τραντάζονται ολόκληροι από τη σφοδρότητα των μητρικών χτυπημάτων, κατακόκκινοι από ντροπή.

Κάθε φορά που η κυρία Όλγα τελείωνε με ένα από τα παιδιά της και σταματούσε για να πάρει μερικές ανάσες μέχρι να ξεκινήσει να ασχολείται με το επόμενο, ακολουθούσε ένα δυνατό χειροκρότημα από ολόκληρη τη γειτονιά που αδιαλείπτως έβγαινε σε παράθυρα και μπαλκόνια και τους παρακολουθούσε, διασκεδάζοντας με το θέαμα.

Μερικές φορές το γκρι σύννεφο της σκόνης που έβγαινε από τα χτυπήματα πάνω στα στρώματα αιωρούνταν για λίγο και, πριν διαλυθεί στον αέρα, έπαιρνε σχήματα που μόνο ελάχιστοι παρατηρητικοί γείτονες διέκριναν:

μια καρδιά, ένα ψαλίδι, ένα φτυάρι, ένα μπιμπερό, ένα μαστίγιο, μια σφιγμένη γροθιά, μια άδεια παιδική κούνια, ένας ζουρλομανδύας στον οποίο ήταν καρφιτσωμένη μια παραμάνα με ένα ματάκι, κ.ά.

Πηγή :www.bibliotheque.gr

You might also like
Comments
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More