Η Πάτρα ήταν η πρώτη πόλη που βομβαρδίστηκε το 1940 (μαρτυρίες Πατρινών & video)

Ήταν η πρώτη πόλη που βομβαρδίστηκε εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου του 1940, όταν οι κάτοικοί της γνώριζαν τον τρόμο και η πόλη ξυπνούσε σε μια νέα, γκρίζα μέρα που θα αργούσε πολύ να ροδίσει με έναν ήλιο, σαν αυτό που κάποτε ρουφούσε ανέμελη σε μια καθημερινότητα που θα ξεκουρδιζόταν εντελώς.

Όλα ξεκίνησαν στις 9.20 το πρωί όταν η Ιταλική αεροπορία άρχισε να ρίχνει βόμβες από ύψους 200 μόλις μέτρων εναντίον των συγκεντρωμένων στους δρόμους και στις πλατείες πολιτών που στην αρχή πίστεψαν πως πρόκειται για ελληνικά αεροπλάνα ή για γυμνάσια και έμεναν να κοιτάοζυν μουδιασμένοι.

Τις περισσότερες βόμβες δέχθηκε η περιοχή της οδού «Τριών Ναυάρχων» και πολλοί πίστεψαν τότε ότι οι Ιταλοί πιλότοι θεώρησαν τα δέντρα, τα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα σε διάταξη ανά δύο, για ελληνικό στράτευμα.

Βόμβες έπεσαν επίσης και στις οδούς Γούναρη, Αγίου Ανδρέα, Ρήγα Φεραίου κ.λπ., καθώς και στη συνοικία του Αγίου Διονυσίου, την συνοικία στην οποία διέμεναν και οι Ιταλοί της Πάτρας.

Κατά τους βομβαρδισμούς αυτούς χτυπήθηκαν τόσο τα λιμάνια της Πάτρας όσο και της Ναυπάκτου, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν οι Ιταλοί να βυθίσουν κάποιο πλοίο.

Η αεροπορική επιδρομή είχε αντικειμενικό σκοπό να πλήξει τη γραμμή συγκοινωνιών Πατρών-Κρυονερίου, με την οποία γινόταν η μεταφορά στρατευμάτων και υλικού στην Αιτωλοακαρνανία.

Για τον πρώτο βομβαρδισμό επί ελληνικού εδάφους, αυτόν της πόλης των Πατρών, η εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Τρίτης 29 Οκτωβρίου 1940 περιγράφει: «Άνανδρος βομβαρδισμός κατά αμάχου πληθυσμού». Εκ των σημερινών βομβαρδισμών κατά υπό ιταλικών αεροπλάνων της πόλεως Πατρών, διεπιστώθησαν μέχρι στιγμής νεκροί 50, τραυματίες 100 επί αμάχου πληθυσμού. Επίσης εφονεύθη εις αστυνομικός και ετραυματίσθησαν 3. Ζημίαι εις κτίρια ελάχισται. Ο υπερβολικός αριθμός των θυμάτων οφείλεται εις το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παρέμεινε κατά την ώραν του βομβαρδισμού εις ακάλυπτους χώρους και δεν ετήρησε τα στοιχειώδη μέτρα αυτοπροστασίας, καταφεύγων κατά τη διάρκεια του συναγερμού εις υπόγειους χώρους, ή έστω ισόγειους των οικείων τους προχείρως διασκεαυζομένους».

Οι νεκροί τελικά όπως δημοσίευσε η εφημερίδα «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» στο φύλλο της στις 28.10.1945 ήταν 193, εκ των οποίων 125 άνδρες, 43 γυναίκες και 25 παιδιά.

 

Η Πατρινή Μαρία Μανωλάου ήταν μαθήτρια τότε και όταν έπεσαν οι πρώτες βόμβες βρισκόταν στο σχολείο και περιγράφει:

” Πετιέμαι βολίδα στο ραδιόφωνο, να σου και η Κατερίνα και μόλις πιάνουμε την τελευταία φράση στο διάγγελμα. “Νυν υπέρ πάντων ο αγών”. Και μετά ο Εθνικός Ύμνος. Το τι έγινε τότε, σωστό παραλήρημα. Σε λίγα λεπτά όλη η Πάτρα στο πόδι.

Ο τόπος να βουίζει απ΄τ’ αεροπλάνα κι ο κόσμος να τα χαιρετάει σαν τρελός., πετώντας ψηλά καπέλα, μαντήλια, οτιδήποτε. -Γεια σας λεβεντοπαιδα -Δικά μας, δε βλέπετε τα χρώματα; – Στη Ρώμη! Και στο σχολείο πανζουρλισμός. Ξάφνου η γη χοροπήδησε. Κάτι φριχτά μπουμπουνητά μας έσκισαν τ΄αυτιά και μας έπνιξαν οι σοβάδες. Μπόμπες! Ορμήσαμε στα παράθυρα.Μαύρα σύννεφα σκεπάζανε την κάτου πόλη. Μα πως..αφού τ΄αεροπλάνα είναι δικά μας , άρα…δεν είναι; Κερώσαμε όλες. Μερικές πέσανε λιπόθυμες. Σπίτια, αυτοκίνητα, όλα στις φλόγες. 

Μπροστά στο “Πάνθεον” , ποτάμι το αίμα. Πλήθος άνθρωποι χτυπημένοι να βογκάνε κι άλλοι πεσμένοι από πάνω τους να φωνάζουν βοήθεια. Νοσοκόμες και προσκοπίνες (χωρίς στολή) να τρέχουν με τα φορεία. Πέφτουμε πάνω στην αρχηγό που μας λέει κοφτά: “Στο Νοσοκομείο αμέσως για αίμα!”. Οι πρώτες βόμβες έπεσαν και στην Αγγλικανική Εκκλησία.

Οι βόμβες έπεσαν εκτός από τη λιμενική ζώνη και σε περιοχές στο κέντρο της πόλης, στην Τριών Ναυάρχων, στη λεωφόρο Γούναρη- στη συμβολή της με την οδό Κορίνθου ήταν η έδρα της 3ης μεραρχίας (στο σημείο που είναι σήμερα το κτίριο του ΙΚΑ)- και στη συνοικία του Αγίου Διονυσίου, σκορπώντας τον θάνατο στους πολίτες που είχαν βγει στους δρόμους εκλαμβάνοντας αρχικά τα αεροπλάνα για συμμαχικά και αφήνοντας πολλά ερείπια και καταστροφές».

Ο οδοντίατρος και πολλά έτη πρόεδρος του Συνδέσμου Εφέδρων Αξιωματικών Αχαΐας, και δημοτικός σύμβουλος Αντώνιος Φίλιας αφηγείται:

«Στην τελευταία τάξη του Β΄ Γυμνασίου που στεγαζόταν στην γωνία Καραϊσκάκη και Γούναρη μάς βρήκε η Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940. Από το γυμνασιάρχη μας, τον αείμνηστο Δημήτρη Τσιλλύρα, συγκεντρωμένοι στο στενόχωρο προαύλιο του σχολείου ακούγαμε το πρώτα ενθουσιαστικά κηρύγματα και ζητωκραυγάζαμε, όταν τον Πατραϊκό ουρανό της φθινοπωρινής εκείνης μέρας άρχισαν να αυλακώνουν σμήνη, πέντε – πέντε αεροπλάνα.

Τα σήματά τους, όμοια με τα σήματα της δικής μας αεροπορίας, μας ξεγέλασαν, και μ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού τα χαιρετούσαμε πετώντας στον αέρα τα μαθητικά μας πηλίκια και τα πολύχρωμα πουλόβερ. Πού να φαντασθούμε ότι τα φτερωτά τέρατα έκρυβαν στα σπλάχνα τους τον θάνατο και την καταστροφή;. Τότε ακούστηκε η πρώτη βόμβα: ένα διαπεραστικό σφύριγμα και μετά ο εκκωφαντικός κρότος. Καταλάβαμε πλέον πόσο ξεγελαστήκαμε. Οι Πατρινoί ξεχύθηκαν στους δρόμους κι έτρεχαν να φύγουν μακριά από την κόλαση του βομβαρδισμού.

Σκηνές αλλοφροσύνης, σκηνές συγκινητικές στο κάθε μας βήμα. Άγουρες μητέρες με σφιχταγκαλιασμένα τα μωρά στην αγκαλιά τους τρέχουν έξαλλες να προφυλαχθούν.Αμούστακα παιδιά κουβαλούν στην πλάτη το γέροντα παππού και καταριούνται τον ύπουλο εισβολέα. Οι νέοι, οι στρατεύσιμοι, με ρνθουσιασμό τρέχουν στα έμπεδα να φορέσουν την τιμημένη στολή του Έλληνα φαντάρου.

Δεν προλάβαμε να στρίψουμε στη γωνία Κορίνθου και Γούναρη μαζί με τους συμμαθητές μου, τον Φώτη τον Παπαηλιού, και τον Τσάτσο τον Παπαστεργιόπουλο, όταν η βόμβα που έπεσε στο «Πάνθεον», μας έριξε κάτω. Τι έγινε εκεί στο «Πάνθεον»! Ανθρώπινα κουφάρια κουτσουρεμένα, χωρία πόδια, και χέρια και το αίμα πλημμύρα. Ο φαρμακοποιός ο Μετζίνης κείτονταν κάτω, μ’ ένα πικρό χαμόγελο κοιτάζοντας το κομμένο πόδι του που ήταν λίγο πιο κάτω. Σ’ ένα μπαλκόνι, κρέμεται σακατεμένο από τα θραύσματα της βόμβας ένα γέρικο κουφάρι. Εκεί τον βρήκε ο θάνατος. Κι ο κόσμος πηδώντας ανάμεσα στα πτώματα και το αίμα, έτρεχε, έτρεχε… Για πού; Κανείς δεν ήξερε.

Οργή και μίσος διακατείχαν τους Πατρινούς εκείνες τις ώρες. Μόνο στο σιδηροδρομικό σταθμό στην παραλία -όπου oι λεβεντόκορμοι φαντάροι μας έφευγαν βιαστικά για το μέτωπο- κυριαρχεί ο ενθουσιασμός. Όχι δάκρυα αποχαιρετισμού, όχι λυγμοί φόβου. Μόνο ευχές για τη νίκη και προσταγή για τιμωρία”.

 

Ο διευθυντής σε Γυμνάσιο Παν. Οικονομόπουλος, όταν έπεσαν οι πρώτες βόμβες έκανε μάθημα στα παιδιά.

«Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 βρισκόμουν στο Γυμνάσιο Λουσικών, το οποίο εγώ είχα ιδρύσει από το 1934. Το προηγούμενο βράδυ (Κυριακή), είχα παρευρέθη σε γάμο στο χωριό Φώσταινα και επειδή το γλέντι είχε ανάψει καλά, μας πήρε το ξημέρωμα. Τότε ξεκινήσαμε μ’ ένα συνάδελφο καθηγητή του Γυμνασίου, τον Ηλία Νικολούλια για τα Λουσικά. Όταν φτάσαμε ήταν πια… μέρα. – Ηλία, του λέω, δεν πάμε κατ’ ευθείαν στο σχολείο, να πιούμε καφεδάκι ώστε να πέραση η ώρα, και να έλθουν τα παιδιά; Πού να πάμε τέτοια ώρα για ύπνο; Ξημέρωσε πια… Ο φίλος μου αρνήθηκε στην αρχή, τελικώς όμως δέχτηκε. Έτσι φθάσαμε σχολείο και κουρασμένοι, όπως είμαστε, ξαπλώσαμε επάνω στα θρανία για να κοιμηθούμε λίγο.

Ο Ηλίας δυσανασχέτησε και τότε εγώ σαν να είχα κάποιο προαίσθημα του λέω αυθόρμητα: – Θέλεις τώρα και ανέσεις για να κοιμηθής; Πέσε πώς αύριο γίνεται πόλεμος. Τι θα κάνης; Κατά τις 8.30 ήλθαν τα παιδιά και αρχίσαμε το μάθημα. Λίγο αργότερα σείστηκε ό τόπος. Η Πάτρα βομβαρδιζόταν. Στήλες καπνού και φωτιάς ανέβαιναν στον ουρανό της πρωτεύουσας του Μωρηά. Εμείς φυσικά ούτε που το ξέραμε. Αμέσως τα παιδιά κινήθηκαν σαν αυτόματα. Ξεχύθηκαν από τις πόρτες και τα παράθυρα για τα σπίτια τους, ενώ εμείς μείναμε ώρα πολλή στις έδρες άφωνοι σαν μαρμαρωμένοι».

Ο έμπορος Kων. Κωνσταντακόπουλος αφηγείται:

«Ο πρώτος βομβαρδισμός με βρήκε στην πλατεία Γεωργίου, εκείνο το πρωινό. Φθάνοντας στην πλατεία έπεσε η πρώτη βόμβα στους Μύλους Αγ. Γεωργίου. Τότε ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους. Σπίτια και μαγαζιά έμειναν ανοιχτά και οι ιδιοκτήτες τους έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Ο συνωστισμός που δημιουργήθηκε ήταν απερίγραπτος. Στην Ομόνοια, όπου λειτουργούσε τότε λαϊκή αγορά, καφάσια με ψάρια και φρούτα πλημμύρισαν τους δρόμους. ένα καροτσάκι μάλιστα γεμάτο σαρδέλα, κατηφόριζε αδέσποτο την λεωφόρο Γούναρη.

Ο δεύτερος βομβαρδισμός έγινε κατά τις 12 το μεσημέρι -αν θυμάμαι καλά. Τότε βομβαρδίστηκε η λεωφόρος Τριών Ναυάρχων, που είχε και πολλά θύματα. Μάλιστα έλεγαν τότε οι Ιταλοί πιλότοι εξέλαβαν τα δένδρα της πλατείας για… στρατό! Στον βομβαρδισμό εκείνο είχε σκοτωθή και ο πασίγνωστος τύπος των Πατρών “Γιάννης ο Θεός”. Σ’ άλλο βομβαρδισμό, στην οδό Καρόλου, σκοτώθηκε ο τότε πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Νιόνιος Τόφαλος, ενώ πραγματική τραγωδία εξετυλίχθη στη διασταύρωση Γούναρη-Κανακάρη. Εκεί τα πτώματα ήσαν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια ή και χωρίς κεφάλια».

Ο Παν. Καράπαπας διηγείται το περιστατικό:

«Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 φόρτωνα κροκάρι στην Πιτίτσα. Ξαφνικά είδαμε να περνούν 3-4 αεροπλάνα, σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας. Μας κίνησαν βέβαια την περιέργεια, άλλα όταν ρωτήσαμε εκεί τους κατοίκους μας… καθησύχασαν λέγοντας: – Ελληνικά είναι και κάνουν γυμνάσια. Παρά ταύτα, μας είχε καταλάβει όλους μεγάλη ανησυχία. Μια δασκάλα από την Πάτρα προσπάθησε να τηλεφωνήση στους δικούς της, χωρίς όμως αποτέλεσμα, γιατί οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν όλες διακοπή. Όταν φορτώσαμε το κροκάρι, φύγαμε για το Πλατάνι. Εκεί, τελικώς, μάθαμε για την κήρυξη του πολέμου. Παρατήσαμε το κροκάρι και σπεύσαμε στην Πάτρα για να παρουσιαστούμε».

Ο Παναγιώτης Γεωργόπουλος ήταν μαθητής της τετάρτης δημοτικού όταν βομβαρδίστηκε η Πάτρα, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940.

«Στις 8 το πρωί ξεκίνησα από το σπίτι μου, που τότε βρισκόταν στην οδό Παπαρρηγοποόυλου, στο κέντρο της πόλης, για να πάω με τα πόδια στο σχολείο μου το “Στρούμπειο” δημοτικό, που βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Μαιζώνος και Σατωβριάνδου.

Φθάνοντας στην πλατεία Όλγας, σταμάτησα στο περίπτερο του Τσακανίκα, που βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Ρήγα Φεραίου και Κολοκοτρώνη. Εκεί συζητούσαν κάποιοι άνδρες γύρω από το περίπτερο και άκουσα τη λέξη “πόλεμος”. Συνέχισα τη διαδρομή μου για το σχολείο και πριν μπούμε στις αίθουσες, την ώρα δηλαδή της προσευχής, μας έβγαλε λόγο μία δασκάλα.

Θυμάμαι και το όνομά της, η κυρία Κλεονίκη. Μας μίλησε για την πατρίδα μας, την ελευθερία, για τον πόλεμο που είχε κηρυχθεί, αλλά και για αγώνες. Όμως, εμείς δεν ξέραμε τι πάει να πει πόλεμος, δεν τα ξέραμε αυτά, δεν τα καταλαβαίναμε. Στο πρώτο διάλειμμα, λίγο μετά τις 9 το πρωί, θυμάμαι την πρώτη εικόνα.

Εκεί είδα σε μία γωνία του προαυλίου τον συμμαθητή μου τον Λορέντζο, που ήταν Ιταλοπατρινός, να τον έχουν στριμώξει κάποια παιδιά και να τον βρίζουν, χωρίς όμως να τον προπηλακίζουν. Μόλις πήγα να τον πλησιάσω, γιατί πάντα τον έβλεπα με καλή διάθεση, ακούσαμε έναν βόμβο να έρχεται από τον ουρανό, χωρίς να ξέρουμε τι είναι.

Σε λίγο είδαμε να εμφανίζονται πάνω από τα κεφάλια μας αεροπλάνα. Είχαμε ακούσει για αεροπλάνα, αλλά τα βλέπαμε για πρώτη φορά. Τότε αποσπάστηκε η προσοχή μας από τον Λορέντζο και κοιτούσαμε συνεχώς προς τον ουρανό. Βλέποντας λοιπόν τα αεροπλάνα, διακρίναμε στην ουρά τους έναν σταυρό και πιστέψαμε πως ήταν ελληνικά.

Έτσι αρχίσαμε να τα χαιρετάμε, φωνάζοντας ταυτόχρονα “ζήτω”. Το βλέμμα μου είχε “κολλήσει” πάνω στα αεροπλάνα, που πετούσαν στο ύψος της ακτογραμμής της Πάτρας. Εκείνη τη στιγμή, βλέπω να πέφτει από ένα αεροπλάνο ένα μαύρο πράγμα και φωνάζω: “Κάποιος πήδηξε από το αεροπλάνο”.

Δεν πήγε το μυαλό μας ότι ήταν βόμβα, που ξεκίνησε να πέφτει. Τελικά, ήταν η πρώτη βόμβα που έπεσε στην Πάτρα, κοντά στην Αγγλικανική Εκκλησία, στη διασταύρωση των οδών Αγίου Ανδρέου και Σατωβριάνδου. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι είχε γίνει, η βόμβα είχε πέσει.

Ακούσαμε έναν τρομερό θόρυβο και είδαμε μία μαύρη στήλη καπνού, σαν πίδακας. Ταυτόχρονα, άρχισαν να σπάνε τα τζάμια του σχολείου και να τραυματίζονται παιδιά. Τότε δημιουργήθηκε πανικός και τα περισσότερα παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Εγώ, όμως, όχι. Δεν φοβήθηκα, γιατί πίστεψα πως ήταν κανονιά από τα αντιαεροπορικά που είχαμε ακούσει ότι είχαν τοποθετηθεί στον κυματοθραύστη του λιμανιού.
Αμέσως μετά πήγα στην αίθουσα, πήρα τη σάκα μου και έφυγα από το σχολείο».

«Αντί, λοιπόν, να πάω στο σπίτι μου, κατέβηκα την οδό Σατωβριάνδου και κατευθύνθηκα προς την Αγγλικανική Εκκλησία για να δω τι είχε γίνει εκεί κάτω, από όπου είχε ακουστεί το μεγάλο μπουμ. Πλησιάζοντας προς την εκκλησία, είδα γκρεμισμένους τοίχους και έναν μεγάλο λάκκο, επί της οδού Αγίου Ανδρέου, από όπου είχε αρχίζει να αναβλύζει νερό, διότι προφανώς είχε χτυπηθεί κάποιος αγωγός ύδρευσης. Ήταν ακριβώς το σημείο όπου είχε πέσει η βόμβα».

«Δεν εντυπωσιαζόμουν με αυτά που έβλεπα και αποφάσισα να επιστρέψω στο σπίτι μου» αναφέρει. Τότε ήταν που είδε από κοντά ένα από τα θύματα του βομβαρδισμού. «Προχωρώντας, είδα σε μία γωνία έναν άνθρωπο που έμοιαζε με ζητιάνο. Άλλωστε η Πάτρα τότε ήταν γεμάτη με ζητιάνους. Ο άνθρωπος αυτός καθόταν ακουμπισμένος με την πλάτη στον τοίχο. Πλησιάζοντας προς το μέρος του, είδα πως ήταν ακρωτηριασμένος, μέσα σε μία λίμνη αίματος.”

Αυτός ήταν ένας από τους “τύπους” της Πάτρας, ο “Γιάννης ο Θεός”, όπως τον αποκαλούσαν, γιατί γύριζε μέσα στην πόλη, αγόρευε και έλεγε πως ήταν ο Θεός» προσθέτει.

Συνέχισε τη διαδρομή του μέσα στη βομβαρδισμένη πόλη και έπειτα από λίγη ώρα έφθασε στο σπίτι του.

«Ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν δάσκαλος, δεν βρισκόταν στο σπίτι διότι είχε συλληφθεί μία εβδομάδα πριν από την κήρυξη του πολέμου, διότι ήταν αριστερός. Η μητέρα μου, που ήταν και αυτή δασκάλα σε σχολείο στην περιοχή του Ζαβλανίου, όταν έφθασε στο σπίτι, δεν με βρήκε εκεί και πίστεψε πως είχα σκοτωθεί.

Όταν, λοιπόν, με είδε να μπαίνω απαθέστατος στο σπίτι, γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο, έπεσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει και να με αγκαλιάζει. Σε λίγη ώρα ήλθε στο σπίτι μας η γυναίκα ενός αξιωματικού της αστυνομίας που έμενε δίπλα μας και είπε στη μητέρα μας να ετοιμάσουμε τα πράγματά μας για να φύγουμε.

Τι είχε γίνει. Ο αστυνομικός είχε επιτάξει ένα από τα ελάχιστα αστικά λεωφορεία για να μεταφέρει την οικογένειά του ίδιου, αλλά και τους γείτονες της οδού Παπαρρηγοπούλου, μακριά από το κέντρο της Πάτρας. Μπήκαμε, λοιπόν, στο λεωφορείο, το οποίο άρχισε να διασχίζει το κέντρο της πόλης, με προορισμό κάποια γειτονική κοινότητα.

Όταν φθάσαμε στην οδό Γούναρη, λίγο πιο πάνω από το δικαστικό μέγαρο, είδαμε ένα άλλο λεωφορείο, γεμάτο επιβάτες, να καίγεται. Εκείνη τη στιγμή, ο οδηγός του λεωφορείου άρχιζε να φωνάζει και να μας ζητάει να μην ακουμπάμε ότι είναι μεταλλικό.

Εκεί είχε πέσει μία ακόμη βόμβα, με αποτέλεσμα να πιάσει φωτιά το λεωφορείο και να πέσουν στο οδόστρωμα τα καλώδια του δικτύου ηλεκτρισμού. Αφού καταφέραμε να περάσουμε, χωρίς να πάθουμε κάτι, συνεχίσαμε προς την περιοχή της Οβρυάς. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής βλέπαμε πάρα πολλούς ανθρώπους να κατευθύνονται πεζοί προς περιοχές εκτός Πατρών για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς. Όταν, λοιπόν, φθάσαμε στην Οβρυά, μείναμε στο σπίτι των κουμπάρων μας, όπου εκεί αισθανόμασταν πιο ασφαλείς»

Όπως αναφέρει στη συνέχεια, «τα ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν πάλι την Πάτρα δύο ακόμη φορές, μέσα στις επόμενες ημέρες, αλλά η πόλη ήταν σχεδόν άδεια, αφού οι περισσότεροι είχαν φύγει». Όμως κάποιοι, σύμφωνα με τον ίδιο, «που αποφάσισαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, για να τα κλειδώσουν και να πάρουν κάποια ρούχα συνάντησαν μόνο γάτες, που περιπλανιόντουσαν στους δρόμους».

Θυμάται πως την πρώτη ημέρα του πολέμου έπεσαν πολλές βόμβες στην Πάτρα, αλλά εκείνο που του έκανε εντύπωση είναι ότι βομβαρδίστηκε και η ιταλική συνοικία της πόλης, που βρισκόταν κοντά στην Αγγλικανική Εκκλησία.

Μάλιστα, «πάνω από 30 Ιταλοπατρινοί έχασαν εκείνη την ημέρα τη ζωή τους από τους βομβαρδισμούς των ιταλικών αεροπλάνων». Όπως θυμάται, «μία ακόμα βόμβα που έπεσε στην περιοχή της Τριών Ναυάρχων, κτύπησε ένα μηχανουργείο ιδιοκτησίας Ιταλοπατρινών».

«Ήταν τόσες πολλές οι βόμβες που έπεσαν εκεί που έμεναν οι Ιταλοπατρινοί, λες και τα ιταλικά αεροπλάνα είχαν βάλει στο στόχαστρό τους την συγκεκριμένη περιοχή» σημειώνει και συνεχίζει:

«Τότε στην Πάτρα των 60.000 κατοίκων, οι 10.000 ήταν Ιταλοπατρινοί και μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, η αστυνομία συνέλαβε όσους μπορούσε από αυτούς που μιλούσαν ιταλικά ή ήξεραν πως ήσαν Ιταλοί και τους έκλεισαν στο σημερινό σχολικό συγκρότημα “Τεμπονέρα”.

Εκεί είχε δημιουργηθεί το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ιταλοπατρινών.

Ένας από τους στρατιώτες-φρουρούς τού στρατοπέδου ήταν αδελφός του πατέρα μου και μου περιέγραψε, μετέπειτα, πώς ήταν εκεί μέσα η κατάσταση. Πολλοί, λοιπόν, φώναζαν “γιατί μάς πιάσατε, εμείς δεν είμαστε Ιταλοί, είμαστε καθολικοί, αλλά είμαστε Ελληνες, έχουμε διαβατήριο και ταυτότητα ελληνική”».

Σε αυτό το σημείο, ο Γεωργόπουλος επισημαίνει ότι το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι είχε φτιάξει, προ του πολέμου, στην Πάτρα μία φασιστική ομάδα, το λεγόμενο «Φάτσιο».

«Ορισμένοι νεολαίοι φασίστες κατάφεραν να κρυφτούν την πρώτη ημέρα του πολέμου και μάλιστα επιτέθηκαν στην έδρα του 12ου Συντάγματος στην περιοχή των συνόρων, όπου εκεί έγινε μία μικροσυμπλοκή και σκότωσαν με μία χειροβομβίδα έναν Έλληνα δεκανέα. Παράλληλα, τα περισσότερα μέλη του “Φάτσιο” είχαν συγκεντρωθεί σε μία βίλα στην περιοχή που σήμερα είναι το νοσοκομείο “Άγιος Ανδρέας”. Όμως εκεί πήγε η αστυνομία και τους συνέλαβε».

«Θέλω να σταθώ και σε ένα ακόμη γεγονός της πρώτης ημέρας του πολέμου», τονίζει:

«Εκείνη, λοιπόν, την ημέρα τα δύο σχολεία που φοιτούσαν τα παιδιά των Ιταλοπατρινών ήταν κλειστά. Κάποιοι είχαν πει πως οι Ιταλοί τούς είχαν ειδοποιήσει για τον βομβαρδισμό. Όμως, πρέπει να σας πω, ότι η 28η Οκτωβρίου ήταν ημέρα αργίας για το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι.

Οι φασίστες εκείνη την ημέρα εόρταζαν την κάθοδο των φαλαγγών από βορρά προς νότο, οι οποίες στη συνέχεια κατέλαβαν τη Ρώμη. Έτσι, λοιπόν, εκείνη την ημέρα οι μαθητές των ιταλικών σχολείων είχαν πάει εκδρομή στο Χαλίλι, δηλαδή στη σημερινή Αρόη, ενώ στην συνοικία των Ιταλοπατρινών είχε γίνει μακελειό».

Ακόμη περιγράφει πώς οι Ιταλοί εκτέλεσαν τον πατέρα του, Γιάννη Γεωργόπουλο, αφού γνώριζαν από τα έγγραφα της αστυνομίας πως ήταν αριστερός:

«Κατά τη διάρκεια της κατοχής μέναμε σε ένα σπίτι στο Μιντιλόγλι, κοντά στην Πάτρα. Μία μέρα ήλθε ένας Ιταλός καραμπινιέρος και αναζητούσε τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου έμαθε ότι τον αναζητούσαν και όταν τον είδε τον Ιταλό τού φώναξε και του είπε ότι αυτός είναι ο Γεωργόπουλος που έψαχνε.

Στη συνέχεια του είπε να καθίσει και ζήτησε από τη μητέρα μου να του φτιάξει καφέ. Φεύγοντας ο Ιταλός είπε στον πατέρα μου να περάσει, όποτε μπορεί, από την ιταλική διοίκηση. Έπειτα από λίγες ημέρες ο πατέρας μου έμαθε ότι οι Ιταλοί είχαν συλλάβει έναν Γιάννη Γεωργόπουλο, επίσης δάσκαλο, και αμέσως κατάλαβε ότι είχαν συλλάβει λάθος άνθρωπο, γνωρίζοντας ότι ήθελαν να συλλάβουν τον ίδιο, λόγω των δημοκρατικών του πεποιθήσεων.

Πήρε, λοιπόν, τα απαραίτητα και πήγαμε μαζί μέχρι την ιταλική διοίκηση, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, στην Πάτρα. Εκείνη τη στιγμή έβγαινε από τις σκάλες ένας κρατούμενος και ο πατέρας μου κατάλαβε πως ήταν ο συνονόματός του. Απευθυνόμενος προς τον διερμηνέα, του λέει πως “λάθος άνθρωπο συλλάβατε, διότι εγώ είμαι αυτός που θέλετε”.

Στη συνέχεια συνέλαβαν τον πατέρα μου και τον οδήγησαν στις φυλακές Μαργαρίτη, που βρίσκονταν στην οδό Λόντου, κοντά στο Κάστρο. Έπειτα από περίπου έναν χρόνο μετέφεραν τον πατέρα, μαζί με άλλους κρατούμενους, στην Ακροναυπλία, όπου έμειναν για μακρό χρονικό διάστημα.

Στην συνέχεια τούς μετέφεραν σε ένα στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων, έξω από τη Λάρισα. Το 1943 έγινε σαμποτάζ κοντά στο Κούρνοβο, όπου ανατινάχθηκε μία σήραγγα τη στιγμή που περνούσε ένα τρένο γεμάτο Ιταλούς. Σε αντίποινα οι Ιταλοί πήραν 106 κρατούμενους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο πατέρας μου και τους εκτέλεσαν».

Πηγή : http//:e-dytikiachaia.gr

 

You might also like
Comments
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More