Δυο θλιμμένες ιστορίες απ τη ζωή του πιο όμορφου άντρα του ελληνικού σινεμά

Η υπέροχη grand dame των Αθηνών, Μαρλέν Καρέρ κάποτε βρίσκει -για πλάκα από τον Ντίμη Κρίτσα- γυμνό στο μπάνιο του διαμερίσματος της στο Παρίσι, τον νεαρότατο, αστραφτερό από ομορφιά, Αλέν Ντελόν. Πως της είχε φανεί; Έπεσε ξερή; Υπέροχος ε; «Σιγά! Δεν ήταν και ο Κούρκουλος!». Μα κανείς ποτέ δεν μπορεί να είναι, να γίνει, να συγκριθεί με τον Νίκος Κούρκουλο! Όχι μόνο ωραίος και αρρενωπός, αλλά καλλιεργημένος, παλαιάς κοπής ευγενικός, ταλαντούχος, καινοτόμος, Έλληνας, εργατικός και… Παναθηναϊκός. Εκεί ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο, κάποτε, απ τις αλάνες του Ζωγράφου, που μέτραγε η φανέλα και η γειτονιά.  Χάζευα από το βιβλίο «Η ζωή ένα πάρτι», κάποια πάρτι με την Μελίνα, τότε που παίζανε «Ίλια, ντάρλινγκ» στο Μπρόντγουεϊ και εκείνος, σα σπαθί, χόρευε ζεμπέκικο με τα μάτια, τα σκούρα, τα νυχτερινά λουστρίνια, μισόκλειστα και ένα τσιγάρο μισοκρεμασμένο στα χείλια.

Και αυτός, ο ωραίος άνδρας, ήταν και ένας ωραίος άνθρωπος, πατέρας, σύζυγος, ηθοποιός με σεβασμό στο κοινό του. Αλλά υπήρχαν εκείνες οι συννεφιές, μολυβί αιωρούμενο στη ψυχή του, που τον έκαναν αυτό που είναι. Και που δεν μιλούσε για αυτές. Ούτε οι δημοσιογράφοι, τότε, ρωτούσαν. Ο ανθρώπινος πόνος ήταν ιερό άβατο, για να πας να του ξύσεις επιφάνειες, ίσα για να κατακτήσεις ποταπές επικαιρότητες. Όμως, ο χρόνος, κύλησε και σήμερα, μπορούμε να καταλάβουμε πως εκείνες οι ουλές, έκαναν τον Νίκο, εθνικό Κούρκουλο

Ωραίος, λεβέντης, κύριος, δηλαδή; Κούρκουλος!

Γεννημένος στις 5 Δεκεμβρίου του ’34, στην Αθήνα, ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα αγόρια της οικογένειας Κούρκουλου, με καταγωγή απ την Κέρκυρα, που μεγάλωσε στου Ζωγράφου. Ο πατέρας πάλευε, στο μικρό του κουρείο, στην γειτονιά των Αθηνών να μεγαλώσει γιους και να μην τους λείπουν πολλά, αλλά να σπουδάσουν και να γίνουν αξιοπρεπείς άνθρωποι στην κοινωνία.

Ήταν από εκείνες, τις οικογένειες που θυμόμαστε όλοι μας, σαν πόζες ασπρόμαυρες πια, σε άλμπουμ με ζελατίνες μπροστά για να προστατεύουν τις χάρτινες στιγμές. Κυριακάτικα τραπέζια με το ταψί να πηγαίνει στον φούρνο της γειτονιάς. Στις γιορτές στρωμένα τα λινά, τα κεντητά απ την προίκα της μαμάς. Εκκλησιά τις Κυριακές το πρωί, σταυρός πριν το φαγητό. Και να μη δίνεται δικαίωμα στη γειτονιά, να σέβονται τα παιδιά, να διαβάζουν και να είναι σοβαροί άνδρες. Και έτσι συμβαίνει. Οι τέσσερις γιοι του Κούρκουλου είναι παλικάρια…

Θανάσιμος τυφώνας ανοιχτά της Βενεζουέλας

Είναι 1952. Ο Νίκος ίσα που γινεται 18 χρονών, ανήλικος, ακόμα για  την εποχή, αλλά ήδη, έχει κάνει πολλές δουλειές, τη μέρα και βγάζει το νυχτερινό γυμνάσιο, για να ξεκουράζει τον πατέρα που βαραίνει και τη μανά που δεν ζητάει ποτέ τίποτα και λίγο τόπο θέλει να πιάνει στη γη. Ο πρωτότοκος γιος τους, ο Σπύρος Κούρκουλος, έχει τελειώσει τη σχολή Εμποροπλοιάρχων και είναι το καμάρι τους. Σαν τελείωσε τη σχολή με τη στολή του, κάνανε γλέντι για το παιδί και στρωθήκαν τα λινά της προίκας, όλα, σα να χάνε αρρεβώνα. Ταξίδευε με ένα γκαζάδικο σαν τρίτος πλοίαρχος. Το πλοίο χτυπήθηκε από τυφώνα, κάπου σε ωκεανούς, ανοιχτά της Βενεζουέλας. Κόπηκε στα δύο. Είπανε, πως όλοι σώθηκαν. Είπανε, πως  ο καπετάνιος πήρε μαζί του σε μια βάρκα τους πλοιάρχους και τους δύο μηχανικούς. Η βάρκα χάθηκε καιρό στη αγριεμένη, βαθιά, σκούρα θάλασσα. Κάποτε, σχεδόν τσακισμένη, ξεβράστηκε σε μια ερημική ακτή της Βενεζουέλας. Βρήκαν πάνω της, μόνο το άψυχο σώμα του καπετάνιου. Το θέαμα για εκείνους που πλησίασαν το ναυαγισμένο βαρκάκι, ήταν αποτρόπαιο. Ο καπετάνιος, λιπόσαρκος και μες στην αλμύρα είχε σημάδια πως ήταν νεκρός από πυροβολισμό. Οι υπόλοιποι δεν βρέθηκαν ποτέ, ούτε και μάθαιναν οι δικοί τους, τι έγιναν και ποιες να τανε, άραγε οι τελευταίες τους στιγμές…

Η μάνα που κοίταζε την πόρτα και περίμενε…

Στην Αθήνα, πίσω σ εκείνο το ισόγειο σπιτάκι, με την αυλή, την πάντα σαρωμένη και γεμάτη, γλαστρούλες, με βασιλικούς, σαν σκηνικό από εκείνες τις ταινίες, που μιας μέρα θα πρωταγωνιστούσε και στους τίτλους θα τον είχαν με μεγάλα γράμματα, ο Νίκος πετάγεται, ιδρωμένος και ταραγμένος από τον ανήσυχο ύπνο του.  «Μάνα; Μάνα, μεγάλο κακό θα μας βρει». Το μαντάτο θα τους βρει μετρά από λίγες μέρες. Η οικογένεια καταρρέει και σακατεύεται. Η μάνα, -αχ, εκείνη η μάνα! – η Αυξεντία, δεν δέχονταν κανέναν θάνατο του παιδιού της. Το σώμα δεν βρέθηκε ποτέ. Τον είδαν ζωντανό μετά το ναυάγιο να μπαίνει στη βάρκα. Πάντα κοιτούσε την πόρτα, γύρευε στο στενό την μορφή του, ντυμένο με την στολή, όπως τη μέρα που ορκίστηκε και πήρε το πτυχίο. Ναι. Μια μέρα θα περάσει το κατώφλι. Ένα εφιάλτης ήταν όλο. Μια περιπέτεια κακιά και θα περάσει. Θα ανοίξει η πόρτα, ή τώρα, να, να και θα ναι εκείνος. Ποτέ της άφησε να μιλήσουν για τον Σπύρο σα να μη ζούσε. Ποτέ της δεν έπαψε να τον περιμένει… Τα τρία αδέλφια, πια, ζούνε με αυτή την σκοτεινιά και την τρυφερότητα της μάνας που προσμένει. Ο Νίκος, που είχε δυο χρόνια διαφορά απ τον Σπύρο και ήταν σαν δίδυμοι,  δεμένοι, μοιάζει να μη το ξεπερνά ποτέ. Και ότι δε μίλησε ποτέ του για αυτό το πένθος, δείχνει πως η πληγή που δεν έκλεισε μέσα του ποτέ …

Το νυχτερινό γυμνάσιο, οι δουλειές της μέρας, τα λεφτά στο σπίτι, ο Σπύρος, πάντα…

«Ήμουν το δεύτερο παιδί. Το νούμερο που, έτσι πιστεύω, ­είναι το πιο δυνατό τις περισσότερες φορές» έλεγε σε μια συνέντευξη του ο Νίκος Κούρκουλος, χρόνια πολλά αργότερα, στον Θανάση Λάλα, για τα αδέλφια και την οικογένεια τους και «είναι η άμιλλα που αναπτύσσεται στο δευτερότοκο παιδί. Γεννιέται με το στίγμα, ότι ποτέ δεν θα γίνει πρώτο… ως παιδί ζει πάντα για να ξεπεράσει τον πρώτο αδελφό του. Εγώ τουλάχιστον, με αυτό βασανιζόμουν. Και εκεί ήταν ο αγώνας, εκεί έδινα τη μάχη. Ήμουν ένα παιδί που έβγαλε νυχτερινό γυμνάσιο, επειδή ήθελε να αποδείξει­ νομίζω ­ότι «εγώ μπορώ να σπουδάζω και να φέρνω και λεφτά στο σπίτι». Πήγα, δούλεψα, πήγα και στο νυχτερινό γυμνάσιο και όλα τα λεφτά πήγαιναν στο σπίτι. Βέβαια, όλα αυτά δεν είχαν να κάνουν με τον αδελφό μου… Ο πρώτος αδελφός μου, ο Σπύρος, ήταν ένα εξαίρετο παιδί, το καλύτερο παιδί ή αν θέλεις, πολύ καλύτερο παιδί από μένα…

Μετά από κάποια χρόνια, ένιωσα τύψεις για τη συμπεριφορά μου απέναντί του, και κάποια στιγμή του είπα: «Ποτέ δεν θα συγχωρήσω στον εαυτό μου, που σου φέρθηκα έτσι σαν πιτσιρικάς». Τον είχα πει κάποτε «χαραμοφάη». Είναι πολύ σκληρά τα παιδιά. Μερικές φορές είναι κακά πολύ. Ο αδελφός μου σπούδαζε, αλλά εγώ δεν καταλάβαινα, τότε. Αυτός πήγαινε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, άρα χαραμοφάης, ενώ εγώ ήμουν ο δουλευταράς, που πήγαινε και στο νυχτερινό. Τι ανόητος που ήμουν τότε, Θεέ μου! Και πόσο άδικος!». Όμως, ούτε σε εκείνη την τόσο εξομολογητική, σχεδόν σαν σε ιερέα, συνέντευξη, ο Νίκος Κούρκουλος, δεν μίλησε για τον τραγικό χαμό του αδελφού του, του Σπύρου. Και μετά; Και μετά, ήρθε άλλη μια μεγάλη απώλεια…

Η μοιραία οικοδομή, στην Αθήνα…

«Ο τρίτος αδελφός μας πήγε κάποια στιγμή στην Ιταλία για να σπουδάσει» λέει ο μικρότερος αδελφός, διακεκριμένος πολιτικός μηχανικός των Αθηνών, ο Στέφανος στον Γιώργο Λιάνη, κάποτε και «δεν τα κατάφερε και λίγο αργότερα, όταν εγώ τελείωσα το Πολυτεχνείο, αρχίσαμε να χτίζουμε πολυκατοικίες μαζί. Στη δεύτερη πολυκατοικία που φτιάξαμε -και ενώ εργαζόταν με τους εργάτες και μετρούσε τα τούβλα- έπεσε από την ταράτσα και σκοτώθηκε». Στην δεύτερη του οικοδομή! Ο Νίκος Κούρκουλος δεν αναφερόταν ποτέ στον θάνατο των αδελφών του, αλλά και μοιάζει να μην ξεπέρασε τους χαμούς ποτέ, χωρίς στην δημοσιά εικόνα του, ποτέ, να μην επιτρέψει τίποτα περισσότερο εκτός από αναφορές στην δουλειά του. Και μεγάλοι ρόλοι, σινεμά, πολύ θέατρο.

Και επικεφαλής του Εθνικού Θέατρου, που το οδήγησε σε χρυσή εποχή. Και δυο μεγάλοι έρωτες, δυο γάμοι, τέσσερα υπέροχα παιδιά. Η μάχη, όλο αξιοπρέπεια και μέτρημα στον αντίπαλο, αλλά με ανένδοτο αγώνα, με τον καρκίνο. Η ζωή είχε τις τραγικές της πτυχές, αλλά και μεγάλα, σπουδαία ξέφωτα με γλυκιά άνοιξη και τουλάχιστον έξι ήλιους πάνω του. «Έκανα κάτι που πραγματικά αγάπησα, αυτό για το οποίο ξεκίνησα, δηλαδή να νιώσω κάποιες στιγμές κάνοντας θέατρο. Απογειώθηκα μέσα σ’ αυτό που ονειρεύτηκα», είπε. Ευλογημένος…

Βρέχει φωτιά στη στράτα του μα και πολλά, πολλά άστρα

Προσωπικά, θα τον θυμάμαι απ τα άλμπουμ της Μαρλέν, να χορεύει και να γελάει, με το υπέροχο κεφάλι του, γερμένο λιγάκι πίσω! Θα τον θυμάμαι, απ την αριστοτεχνική, σπαρακτική του ερμηνεία στου Άρθουρ Μίλλερ, το «Ψηλά από τη γέφυρα» με έναν εξοργιστικό, αυταρχικό, χειριστικό, εξουσιαστικό χαρακτήρα που στο τέλος ήταν τόσο  τραγικός και έτοιμος για τον αφανισμό του, που ήθελα να σηκωθώ από το κάθισμα να πάω να τον παρηγορήσω.

Θα τον θυμάμαι, ωραίο πάντα, λίγους μήνες πριν το τέλος, να χορεύει με την κόρη του, την Μελίτα, νύφη, όπως τον είδα στις ειδήσεις και γεμάτος τρυφερότητα, να την κοιτά στα μάτια και να κλαίει από αγάπη, περηφάνεια, χαρά, ολοκλήρωση, από… δεν ξέρω τι… από αυτό που έκανε καλά σαν πατέρας! Θα τον θυμάμαι και στο «Ορατότης Μηδέν», να καίει τα υπάρχοντά του έξω σε μια αυλή και ένα διπλό κρεββάτι, με τον Διονυσίου να τραγουδά «βρέχει φωτιά στην στράτα μου». Ω! Ναι! Στη στράτα του Νίκου Κούρκουλου, έβρεξε φωτιές, αλλά και πολλά, πολλά άστρα…

Πηγή: https://spotlightpost.com/