Προβολή της ταινίας «Η Ευτυχία» από την Κινηματογραφική Λέσχη Πάτρας

Η ΕΥΤΥΧΙΑ  – LE BONHEUR

• Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ανιές Βαρντά

• Ηθοποιοί:  Zαν-Κλοντ Ντρουό, Μαρί-Φρανς Μπουαγιέ, Μαρσέλ Φορ-Μπερτάν, Κλερ Ντρουό.

• Φωτογραφία:  Κλοντ Μποσολέιλ, Ζαν Ραμπιέ

• Μοντάζ: Ζανίν Βερνό

• Μουσική:  Ζαν-Μισέλ Ντεφάγ

• Χώρα:  Γαλλία (Έγχρωμη)

• Διάρκεια:  80΄  

• Πρώτη προβολή:     6.00 μ.μ.

• Δεύτερη προβολή:   8.15 μμ.

• Τρίτη προβολή:     10.30 μμ.

 

Διακρίσεις:

• Berlin International Film Festival 1965, 2 Βραβεία στην Agnes Varda, Βραβείο Interfilm και Silver Berlin Bear.

 

• Prix Louis Delluc 1964 στην Agnes Varda.

• Υποψηφιότητες

Ο Φρανσουά είναι ένας απόλυτα ευτυχισμένος οικογενειάρχης, ο οποίος σε ένα επαγγελματικό ταξίδι γνωρίζει την Εμιλί, υπάλληλο ταχυδρομείου. Κάνει σχέση μαζί της, γεγονός που θα επιφέρει δραματικές αλλαγές στον οικογενειακό μικρόκοσμό του.

Αργυρή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου για έναν τολμηρό και σκηνοθετικά μοντέρνο στοχασμό πάνω στα όρια της αστικής ηθικής και της σχέσης της με τον έρωτα, την πίστη και την ευτυχία.

Το αριστούργημα της Ανιές Βαρντά από το 1965 σε πολύτιμη πρώτη προβολή στην Ελλάδα και νέες ψηφιακά αποκατεστημένες κόπιες, που επιμελήθηκε η ίδια η Ανιές Βαρντά. Αργυρή Αρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου, βραβείο Louis Delluc για την καλύτερη γαλλική ταινία της χρονιάς.

Ο θάνατος της Ανιές Βαρντά το Μάρτιο 2019 σε ηλικία 90 ετών αφήνει πίσω μια πλούσια παρακαταθήκη με ορισμένα αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα, όπως την «Κλεό από τις 5 ως τις 7» και το «Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο», αλλά και μια φιλμογραφία που μετρά συνολικά πάνω από πενήντα ταινίες (μικρού και μεγάλους μήκους, μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης) που χρήζουν επανανάγνωσης κι επανεκτίμησης. Μία από αυτές είναι δίχως αμφιβολία και το «Le Bonheur» του 1965, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της και η πρώτη έγχρωμη, η οποία κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο φεστιβάλ του Βερολίνου εκείνης της χρονιάς (για την ιστορία -και την ειρωνεία του πράγματος- τη Χρυσή Άρκτο κέρδισε το «Αλφαβίλ» του Γκοντάρ), προκάλεσε ένα μικρό σκάνδαλο με την αταξινόμητη πολυσημία της και μετά ξεχάστηκε βολικά κάτω από τη σκιά της μετάβασης της Βαρντά στην Αμερική, των πολεμικών ντοκιμαντέρ της και της δεύτερης, πιο έκδηλα φεμινιστικής της περιόδου.

Κι η αλήθεια είναι ότι ακόμα και σήμερα, πάνω από μισό αιώνα μετά, το «Le Bonheur» προκαλεί αμηχανία στην ερμηνεία του, ακόμα και στην κατηγοριοποίησή του. Πρόκειται για σάτιρα, αλληγορία ή ηθογραφία; Είναι ένα έργο αμοραλιστικό ή βαθύτατα ηθικό; Περιγράφει μια μοντέρνα κι αντισυμβατική ερωτική ιστορία ή σατιρίζει τα ερωτικά ήθη μια νέας, polyamorous εποχής; Κι η ματιά της Βαρντά είναι φεμινιστική ή υποκύπτει στην κυριαρχία του ανδρικού βλέμματος που υποτίθεται ότι στηλιτεύει; Η μήπως τελικά η ταινία είναι ένα φορμαλιστικό κινηματογραφικό πείραμα στον πνεύμα και τον απόηχο της nouvelle vague, της οποίας η Βαρντά ήταν άλλωστε η πρωτοπόρος; Ολες οι απαντήσεις και τα επιχειρήματα για τη μία ή την αντίθετη άποψη βρίσκουν έρεισμα στη μόλις 80 λεπτών ταινία κι εκεί ακριβώς έγκειται η γοητεία της. Γιατί η ιστορία είναι φαινομενικά απλή, στα όρια της απλοϊκότητας, είναι, όμως, η σκηνοθεσία κι η πλανοθεσία της Βαρντά που χτίζουν κι αποδομούν τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.

Η ευτυχία του τίτλου αντικατοπτρίζεται από την αρχή στο γάμο του Φρανσουά και της Τερέζ. Νέοι, όμορφοι κι ευτυχισμένοι, έχουν δημιουργήσει την τέλεια οικογένεια και με τα δύο (υπερβολικά ήσυχα και καλόβολα παιδιά τους) απολαμβάνουν την ιδανική ζωή τους, όπως αυτή αποτυπώνεται στις εβδομαδιαίες εκδρομές τους σε μια φύση που πάλλεται από χρώματα, θυμίζοντας ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ή σε μια ειδυλλιακή καθημερινότητα που κυλάει αρμονικά, ανέφελα και χωρίς καυγάδες στο προάστιο του Παρισού, όπου ζουν.

Ο Φρανσουά θα γνωρίσει την Εμιλί, μια υπάλληλο στο ταχυδρομείο που μοιάζει φυσιογνωμικά στη γυναίκα του και θα συνάψει ερωτικό δεσμό μαζί της, ούτε όμως αυτή η σχέση θα διασαλεύσει την οικογενειακή ευτυχία. Ο Φρανσουά θα μοιραστεί τις μέρες του ανάμεσα στη σύζυγο και στην ερωμένη και δεν θα νιώσει καμία ενοχή, αντίθετα θα αισθανθεί ακόμα πιο χαρούμενος, γιατί κατ΄ αυτόν «η ευτυχία λειτουργεί σωρευτικά». Κι όλα θα κυλήσουν χωρίς καμία δραματική κορύφωση, ακόμα κι όταν ο Φρανσουά θα αποκαλύψει στη γυναίκα του τη σχέση του με την Εμιλί στη διάρκεια μιας εκδρομής, εξηγώντας της ότι είναι πιο χαρούμενος από ποτέ κι ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει μεταξύ τους. Το ζευγάρι θα κάνει έρωτα, αλλά όταν ο Φρανσουά ξυπνήσει το επόμενο πρωί θα ανακαλύψει ότι η σύζυγός του πνίγηκε στο παρακείμενο ποτάμι. Αυτοκτονία ή τραγικό δυστύχημα; Η απάντηση είναι αδιάφορη, γιατί η οικογένεια θα αποκτήσει μια νέα μητέρα, την Εμιλί, και η «ευτυχία» του Φρανσουά και του τίτλου θα συνεχιστεί μετά τους τίτλους τέλους.

Η Βαρντά δήλωσε ότι με την «Ευτυχία» ήθελε να κάνει μια ταινία που θα μοιάζει με ένα τέλειο φρούτο, μέσα στο οποίο κρύβεται ένα σκουλήκι. Κι αλήθεια είναι ότι από την αρχή η οικογενειακή ζωή που απεικονίζεται μοιάζει ύποπτα τέλεια και αψεγάδιαστη, μια οικογενειακή φωτογραφία διαρκείας στην οποία όλα τα μέλη χαμογελούν, κρύβοντας επιμελώς τη σκοτεινή άβυσσο που ελλοχεύει κάτω από μια γυαλιστερή επιφάνεια. Στη μεταπολεμική Γαλλία του Ντε Γκολ και της ανοικοδόμησης των ήσυχων προαστίων αυτή η απεικόνιση της νέας αστικής τάξης, ειδικά λίγα χρόνια πριν το Μάη του 1969, αποκτά μια σαφέστατα ειρωνική διάσταση, πόσο μάλλον όταν την οικογένεια της ταινίας υποδύεται μια οικογένεια στην πραγματική ζωή, προσδίδοντας ένα ακόμα επίπεδο ερμηνείας.

Η Βαρντά υπενθυμίζει ότι και η ευτυχία ίσως δεν είναι τελικά παρά μόνο μια ψευδαίσθηση που διαμορφώνεται κάθε φορά από τις κυρίαρχες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές δομές και βρίσκει την ιδεατή μορφή της μόνο σε κάτι τόσο σαγηνευτικά επίπλαστο, όσο η μεγάλη οθόνη.

Τάσος Χατζηευφραιμίδης

Μία από τις λιγότερο γνωστές ταινίες της Ανιές Βαρντά («Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο», «Πρόσωπα & Ιστορίες») προβάλλεται για πρώτη φορά, με πάνω από μισό αιώνα καθυστέρηση, στη χώρα μας, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη, διαχρονική κινηματογραφική αξία της «γιαγιάς της νουβέλ βαγκ». Μετά το «La Pointe Courte» του 1955, μια σειρά από μικρού μήκους ντοκιμαντέρ και το εμβληματικό «Η Κλεό από τις 5 ως τις 7» (1962), η Βαρντά υπέγραψε μια αινιγματική, ανοιχτή σε πάμπολλες ερμηνείες μελέτη πάνω στα ερωτικά ήθη της μεταπολεμικής γαλλικής κοινωνίας λίγο πριν από τον Μάη του ’68.

Η πρωτοπόρα και πλήρως απελευθερωμένη από δραματικές (και ιδεολογικές) συμβάσεις ματιά της είναι απόλυτα εναρμονισμένη με την αφηγηματική φρεσκάδα του γαλλικού νέου κύματος, την οποία αναγνωρίζουμε από την αρχή του φιλμ: μελωδίες του Μότσαρτ και ειδυλλιακές καλοκαιρινές εικόνες, που παραπέμπουν σε ιμπρεσιονιστικούς πίνακες και στο «Πρόγευμα στη Χλόη» του Ζαν Ρενουάρ, περιγράφουν την απόλυτη ευτυχία μιας τετραμελούς οικογένειας, η οποία απολαμβάνει την εκδρομή της στην εξοχή.

Τι είναι όμως η ευτυχία; Για τον νεαρό Φρανσουά είναι η ζωή του τακτοποιημένου, ερωτευμένου οικογενειάρχη, την οποία η Βαρντά σκηνοθετεί σαν όνειρο φωτεινό, ντυμένο με παστέλ χρώματα. Αυτό γίνεται ακόμη λαμπρότερο όταν ο ανέμελος ξυλουργός γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι την Εμιλί και κάνει σχέση μαζί της. Νιώθει πλέον πως η ευτυχία του είναι πλήρης, μπορεί όμως αυτή να κρατήσει παγιδευμένη ανάμεσα στις προσωπικές ανάγκες, στις ψυχολογικές ανασφάλειες και στα κοινωνικά ταμπού;

Με μια διακριτικότητα που εκπλήσσει, η Βαρντά κρατάει ίσες αποστάσεις όχι μόνον από τους τρεις πρωταγωνιστές αλλά και από τον φτηνό μοραλισμό, τη φεμινιστική καταγγελία, τη σάτιρα και το μελόδραμα. Απογυμνωμένο από προκατασκευασμένες συγκρούσεις κι επεξηγηματικές εξομολογήσεις χαρακτήρων, το σενάριο αφήνει τις εικόνες να μιλήσουν για τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους και να αποτυπώσουν με μια εσωτερική μελαγχολία (τα φθινοπωρινά πλάνα του φινάλε) τη σισύφεια προσπάθεια του ατόμου να βρει την Αρκαδία του, καταδικασμένο να προσπαθεί διαρκώς και με οποιοδήποτε –υλικό, ηθικό, ψυχολογικό– κόστος.

Χρήστος  Μήτσης

 

Agnès Varda

Γεννήθηκε το 1928 στις Βριξέλες, Βέλγιο και πέθανε τον Μάρτιο 2019 στο Παρίσι, Γαλλία.  Ήταν σκηνοθέτης και σεναριογράφος, κόρη των Christiane (Pasquet) και Eugène Jean Varda, μηχανικός. Ο πατέρας της προερχόταν από ελληνική οικογένεια προσφύγων της Μικράς Ασίας και η μητέρα της ήταν γαλλίδα από το Sète.

Φιλμογραφία (επιλεγμένη, δεν περιλαμβάνονται 26 ταινίες της μικρού μήκους):  2019 Varda par Agnès (TV Series doc), 2017 Πρόσωπα & ιστορίες (Doc),  2011 Agnès de ci de là Varda (TV Mini-Series doc), 2010 P.O.V. (TV Series doc), 2008 Οι παραλίες της ζωής μου (Doc), 2006 Quelques veuves de Noirmoutier (Doc),  2004 Cinévardaphoto (Doc), 2002 Les glaneurs et la glaneuse… deux ans après (Doc), 2000 Μην πετάξεις τίποτα (Doc), 1995 L’univers de Jacques Demy (Doc), 1995 Les cent et une nuits de Simon Cinéma, 1993 Les demoiselles ont eu 25 ans (Doc), 1991 Jacquot de Nantes,  1988 Jane B. par Agnès V., 1988 Kung-fu master!, 1983 Une minute pour une image (TV Series doc), 1981 Documenteur, 1981 Mur murs (Doc), 1976 Daguerréotypes (Doc), 1971 Nausicaa (TV Movie), 1969 Lions Love (as Agnes Varda), 1967 Μακριά απ’ το Βιετνάμ (Doc), 1966 Les créatures, 1965 Chroniques de France (TV Series doc), 1965 Le bonheur, 1962 Cléo de 5 à 7, 1955 La pointe-Courte.

You might also like
Comments
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More